Με την Αριστερά για τη δημοκρατία

Από την Αυγή
Η απόπειρα της κυβέρνησης να ελέγξει το μεταναστευτικό ζήτημα αποτελεί την τελευταία μεγάλη πολιτική πράξη της κυβέρνησης Παπαδήμου. Έχει δε ιδιαίτερη πολιτική σημασία, όχι μόνο γιατί προσπάθησε να αποπροσανατολίσει την κοινή γνώμη από το μείζον ζήτημα της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, αλλά γιατί υπήρξε η τελευταία πολιτική πράξη μιας ιστορικής περιόδου.

Είναι πλέον σαφές σε όλους πως ο κ. Χρυσοχοΐδης και η κυβέρνηση Παπαδήμου επιχείρησαν να μεταθέσουν το κέντρο της πολιτικής συζήτησης στην περιοχή του φοβισμένου μικροαστικού ακροατηρίου, με σκοπό να νομιμοποιήσουν τους όρους της τάξης και της πειθαρχίας ως κυρίαρχους στην πολιτική συζήτηση. Η στοχοποίηση των μεταναστών δεν ήταν παρά η απόπειρα να εξοριστούν στο περιθώριο του πολιτικού λόγου οι όροι του ανθρωπισμού και οι πολιτικοί εκφραστές του στην Ελλάδα, πρώτα και κύρια η Αριστερά. Αυτά, θα μου πείτε, είναι γνωστά. Ο σκοπός αυτού του σημειώματος δεν είναι να τα υπενθυμίσει, αλλά να τα συνδέσει με τον πυρήνα της μνημονιακής προπαγάνδας που εντοπίζει τα αίτια της κρίσης στις «ελληνικές παθογένειες».

Επενδύοντας στην εσωστρέφεια, τον φόβο και την κατασκευή ενός εσωτερικού εχθρού, το μνημονιακό μπλοκ επιχείρησε να ενεργοποιήσει, την ύστατη ώρα, το θεμελιακό εργαλείο χειραγώγησης των πολιτικών και κοινωνικών σχέσεων – αυτό που υποτίθεται πως πολεμά μέσω του ξεπουλήματος του δημόσιου πλούτου το πελατειακό κράτος. Η κατασκευή τριών κέντρων φιλοξενίας ανά περιφέρεια και η δημιουργία ειδικών θαλάμων για μετανάστες στα νοσοκομεία, ήταν μεταξύ άλλων μια υπόσχεση δουλειάς που επιχειρούσε να εξαγοράσει το συντηρητικό εκλογικό ακροατήριο, όπως παλιότερα η κυβέρνησεις ΠΑΣΟΚ και Δεξιάς το έκαναν με τους αγροφύλακες, τους συμβασιούχους, την πρόσληψη δημοσίων υπαλλήλων κ.ο.κ.

Πελατειακό κράτος και πολιτικός αυταρχισμός δεν είναι απλώς παράλληλα φαινόμενα, αλλά αντίθετα έχουν την ίδια ιδεολογικοπολιτική ρίζα. Όλα τα χρόνια της μεταπολίτευσης ο δικομματισμός δημιουργούσε και κατένεμε την εργασία, όχι στο πλαίσιο των δημοκρατικών κανόνων και της αξιοκρατίας, όχι προς οφελος του δημοσίου συμφέροντος, αλλά κατά παράβασή τους, σε αντάλλαγμα πολιτικής στήριξης.

Σε μια λειτουργούσα δημοκρατία είναι θεωρητικά αδύνατον να επιβληθεί το συμφέρον μιας ομάδας πάνω σε μια άλλη, χάρη στον δημοκρατικό έλεγχο – η επιβολή συντελείται πάντοτε αυταρχικά. Όμως, η επιστροφή στη ρητορική της ευταξίας (η κατάσταση στην Αθήνα δεν πάει άλλο) και η ανοχή, αν όχι η προώθηση του ρατσιστικού λόγου και του λόγου μίσους (να ανακαταλάβουμε το κέντρο της πόλης) από τις δυναμεις του “Κέντρου” και της “Δεξιάς”, συνδέει την ελληνική πολιτική πραγματικότητα με το προ-μεταπολιτευτικό παρελθόν της. Επιχειρεί να παρουσιάσει τα πράγματα ως οριακά και κατ’ αυτόν τον τρόπο να επιβάλει και οριακές πολιτικές. Αποκαλύπτεται έτσι πως το πελατειακό κράτος δεν ήταν παρά η απόπειρα να κοινωνικοποιηθεί ο αυταρχισμός των προηγούμενων δεκαετιών που έχει χαρακτηρίσει ιστορικά την ελληνική δημοκρατία κατά το μεγαλύτερο μέρος του 20ού αιώνα.

Όμως ο συμβιβασμός του αυταρχισμού με τη δημοκρατία είναι αδύνατος, αφού η δημοκρατία προϋποθέτει την αξιοπρέπεια των πολιτών της. Τούτο τον ιστορικό κύκλο κλείνει η επίθεση της ελληνικής κυβέρνησης κατά των μεταναστών και μας δίνει πολλά μαθήματα. Θυμίζει πως η δημοκρατική ολοκλήρωση στη χώρα είναι μια ιστορική διαδικασία που περνάει αναγκαία από την επικράτηση της Αριστεράς. Μας επιτρέπουν αποφάσεις όπως αυτή του υπουργού Δημόσιας Τάξης (και όχι Προστασίας του Πολίτη) να ξαναδιαβάσουμε εκείνο το τμήμα της ιστορίας της μεταπολίτευσης που αφορά το ΠΑΣΟΚ και τη μετατροπή του από σοσιαλιστικό κόμμα σε φιλελεύθερο και νεοφιλελεύθερο, ως την ιστορική αποτυχία του συμβιβασμού της εξουσίας στη χώρα με τη δημοκρατία. Η ιστορική αυτή αποτυχία υπογραμμίζεται από τη ρατσιστική ατζέντα. Εκείνη ανασύρεται ως βασικό εργαλείο της εξουσίας, με στόχο να διαμορφώσει τους όρους της μετεκλογικής σταθερότητας του συντηρητικού σχήματος ελπίζοντας ότι θα επιβληθεί μετακινώντας τον πολιτικό άξονα επί δεξιά.

Δεδομένου ότι, μετά την πτώση της χούντας, ποτέ άλλοτε δεν υπήρξαν τόσο μεγάλοι κίνδυνοι στο πολιτικό μας σύστημα, δικαιούμαστε να ερμηνεύουμε την επόμενη περίοδο ως ιδρυτική. Ρίχνοντας νερό στον μύλο της ακροδεξιάς, το μνημονιακό μπλοκ εξουσίας τη νομιμοποιεί και την καθιστά ιδεολογικά ηγεμονική. Αν στις 7 Μαΐου αναδειχθεί μια αριστερή πλειοψηφία, τότε ίσως θα μπορούμε να μιλάμε στο μέλλον για τον ρατσιστικό επιθανάτιο ρόγχο ενός διεφθαρμένου συστήματος που απέτυχε να ολοκληρώσει τον ιστορικό εκδημοκρατισμό της χώρας. Αν επικρατήσει ο φοβικός συντηρητισμός που διαμορφώνεται σήμερα, τότε όσα συνέβησαν ως εδώ δεν θα είναι παρά οι οιωνοί ενός δυστοπικού μέλλοντος για τη δημοκρατία και τη χώρα με ιστορικές συνέπειες. Σε αυτές τις εκλογές ο αγώνας με την Αριστερά είναι αγώνας για τη δημοκρατία.

Advertisements
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: