Πόσο «φυσική» είναι μια φυσική καταστροφή;

Η Φυσική καταστροφή που έπληξε την Αϊτή προ 10 περίπου ημερών χαρακτηρίστηκε από τον ΟΗΕ ως η χειρότερη καταγεγραμμένη καταστροφή και απώλεια ανθρώπων σε μια μόνο ημέρα. Περισσότεροι από 120,000 νεκροί, μέχρι στιγμής, κατάλυση του κράτους με 18 κυβερνητικά κτίρια κατεστραμμένα, καταστροφή του δικτύου ύδρευσης και αποχέτευσης στην πρωτεύουσα Πορτ Ο’ Πρενς, την πείνα και τις επιδημίες να απειλούν τον ήδη εξουθενωμένο λαό της Αϊτής του οποίου το 80% ζει από ένα επίδομα του ΟΗΕ της τάξης των 60 δολαρίων το μήνα. Μια χώρα στην οποία το προσδόκιμο ζωής είναι μόλις τα 47 έτη. Πόσο “φυσική” όμως είναι μια φυσική καταστροφή. Όπως δείχνει ο Σλάβοι Ζίζεκ σε ένα άρθρο του που δημοσιεύτηκε στο New Statesman τον Αύγουστο του 2008, οι καταστροφές που πλήττουν τη χώρα ήδη από την ανακήρυξη της ανεξαρτησία της τον 19ο αιώνα συνοδεύουν πολιτικές επιλογές των διεφθαρμένων κυβερνήσεων, των δυνάμεων της αποικιοκρατίας και των μοντέρνων δυνάμεων της παγκοσμιοποίησης ενάντια στο λαϊκό κίνημα της χώρας. Η πρόσφατη απόβαση των 11,000 πεζοναυτών πιθανότατα εγκαινιάζει μια νέα περίοδο πολιτικών αδιεξόδων για τη χώρα, η οποία μετά το 2004 είχε επιτέλους μπει στο δρόμο των δημοκρατικών εκλογών. Τόσο μια στοιχειώδης ανασύσταση του κράτους, όσο και οι ιστορικές επιδιώξεις των Γαλλων, Καναδών, Αμερικανών και Βραζιλιάνων, προμηνύουν μια μακρά ακόμη περίοδο πολιτικής αστάθειας. Ενδέχεται η Αϊτή να συνιστά μια ακόμα απόδειξη αυτού που η Ναόμι Κλάιν αποκαλεί θεραπεία σοκ. Η ίδια καταγγέλει στο Democracy Now πως Αμερικανικές εταιρίες ήδη βλέπουν στη Αϊτή μια πηγή πλουτισμού. Ένα φυσικό φαινόμενο μπορεί να είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για την επιβολή πολιτικών που στην Αιτή τουλάχιστον δεν μπόρεσαν οι μεγαλύτερες υπερδυνάμεις να επιβάλουν εδώ και δυο αιώνες (τα τελευταία πέντε χρόνια τα κα6άφεραν με καταστροφικά αποτελέσματα). Αναδημοσιεύουμε σήμερα ένα μέρος του διαφωτιστικού άρθρου του Σλάβοι Ζίζεκ, προκειμένου να καταλάβουμε την πραγματική ιστορία της Αιτής και της “φυσικής” καταστροφής που την έπληξε.

(Aπο την Αυγή. Εδώ ολόκληρη η μετάφραση)

Φράσσοντας την πλημμύρα: Η Αϊτή, ο Αριστίντ και οι απομονωτικές πολιτικές

Του Σλάβοϊ Ζίζεκ*

Ο Νόαμ Τσόμσκι παρατήρησε κάποτε πως “μονάχα όταν η απειλή της συμμετοχής των πολιτών ξεπερνιέται μπορεί να διανοηθεί κανείς με ασφάλεια δημοκρατικές μορφές διακυβέρνησης”. Με αυτό τον τρόπο κατέδειξε τον παθητικό πυρήνα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας η οποία καθίσταται ασύμβατη με την ευθεία πολιτική αυτοοργάνωση και την ενδυνάμωση των πολιτών στον πολιτικό βίο. Η άμεση αποικιοκρατική βία, ή οι μιλιταριστικές επεμβάσεις δεν αποτελούν τους μοναδικούς τρόπους κατευνασμού (pacifying) ενός εχθρικού πληθυσμού. Στο βαθμό που υποστηρίζονται από ικανή καταναγκαστικής ισχύ, οι διεθνείς απόπειρες σταθεροποίησης μπορούν να υπερβούν την απειλή της λαϊκής συμμετοχής μέσω των φαινομενικά λιγότερων σκληρών τακτικών της “προώθησης της δημοκρατίας”, της “ανθρωπιστικής επέμβασης” και βεβαίως της “προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων”.

Και αυτό ακριβώς είναι που καθιστά την περίπτωση της Αϊτής υποδειγματική. Όπως γράφει ο Peter Hallward στο Damming the flood, (όπου επιχειρεί ένα λεπτομερή απολογισμό της απόπειρας δημοκρατικού περιορισμού των ριζοσπαστικών πολιτικών της Αϊτής κατά τις τελευταίες δυο δεκαετίες), “ποτέ άλλοτε οι πολυμεταχειρισμένες τακτικές της προώθησης της δημοκρατίας (σ.σ. σε πολλούς λαούς), δεν εφαρμόστηκαν με τόσο καταστροφικά αποτελέσματα, όσο στην Αϊτή κατά την περίοδο 2000-2004. Δεν μπορεί να αγνοήσει κανείς την ειρωνεία του γεγονότος ότι το ίδιο το όνομα του χειραφετικού πολιτικού κινήματος που υπέστη αυτή τη διεθνή πίεση είναι Lavalas, που σημαίνει “Πλημμύρα” στη Γαλλική, Κρεολική διάλεκτο. Πρόκειται για την πλημμύρα των αποκλεισμένων, οι οποίοι υπερχειλίζουν τις προστατευμένες περίκλειστες κοινότητες αυτών που τους εκμεταλλεύονται. Είναι ταιριαστός λοιπόν ο τιτλος του βιβλίου του Hallward αφού εγγράφει τα γεγονότα της Αϊτής στην τάση ανέγερσης νέων φραγμών και τειχών σε όλο τον κόσμο μετά την 11η Σεπτεμβρίου, φέρνοντας μας αντιμέτωπους με την εσώτερη αλήθεια της παγκοσμιοποίησης – τις υποκείμενες διαχωριστικές γραμμές που την στηρίζουν.

Η Αϊτή αποτελούσε μια εξαίρεση από την αρχή, ήδη από τον επαναστατικό απελευθερωτικό της αγώνα ενάντια στην δουλεία που έληξε με την κήρυξη της ανεξαρτησίας της τον Γενάρη του 1804. “Μόνο στην Αϊτή” σημειώνει ο Hallward “κατέστη η διακήρυξη της ανθρώπινης ελευθερίας καθολικά συνεπής. Μόνο στην Αϊτή διατηρήθηκε αυτή η διακήρυξη ζωντανή με κάθε κόστος, ακόμα και σε ευθεία αντίθεση με την τρέχουσα κοινωνική και οικονομική λογική της εποχής”. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο “δεν υπάρχει ούτε ένα γεγονός σε όλη την μοντέρνα ιστορία του οποίου οι επιπτώσεις να ήταν πιο απειλητικές για την κυρίαρχη παγκόσμια τάξη πραγμάτων”. Η Αϊτινή επανάσταση αξίζει πραγματικά τον τίτλο της επανάληψης της Γαλλικής επανάστασης. Καθοδηγούμενη από τον Τουσέντ Λουβερτούρ, ήταν ξεκάθαρα “μπροστά από την εποχή της”, “πιο ώριμη” και γιαυτό ακριβώς καταδικασμένη να αποτύχει. Ισως να ήταν ακόμα σημαντικότερη και από αυτήν τη Γαλλική επανάσταση. Ήταν η πρώτη φορά που ένας υποδουλωμένος λαός επαναστατούσε, όχι προκειμένου να επιστρέψει στην προηγούμενη κατάσταση, στις αποικιοκρατικές του ρίζες, αλλά στο όνομα των παγκόσμιων αξιών της ελευθερίας και της ισότητας. Απόδειξη της Ιακωβινικής αυθεντικότητας, συνιστά το γεγονός ότι η επανάσταση αναγνωρίστηκε ταχύτατα και η μαύρη αντιπροσωπεία της Αϊτής, έγινε δεκτή με ενθουσιασμό στην Εθνική αντιπροσωπεία στο Παρίσι. Βεβαίως τα πράγματα άλλαξαν άρδην μετά τον Θερμιδόρ (Ιούλιος του 1794, η αρχή του τέλους της Γαλλικής επανάστασης). Το 1801 ο Ναπολέων έστειλε ένα τεράστιο εκστρατευτικό σώμα με στόχο να ανακτήσει τον έλεγχο της αποικίας.

Αποκηρυγμένη από τον Γάλλο διπλωμάτη Ταλεϋράνδο σαν “ένα φρικτό θέαμα για όλα τα λευκά έθνη” αφού και μόνο “η ύπαρξη η ίδια μιας ανεξάρτητης Αϊτης” ήταν μια αφόρητη απειλή για το καθεστώς της δουλοκτησίας της εποχής. Η Αϊτή λοιπόν έπρεπε να καταστεί παραδειγματική περίπτωση οικονομικής αποτυχίας, ώστε να αποτρέψει άλλες χώρες και λαούς από την ίδια πορεία. Το τίμημα για την πρόωρη ανεξαρτησία ήταν στ’αλήθεια υπερβολικό. Μετά από δυο δεκαετίες επιβολής εμπάργκο, η Γαλλία, ο πρώην αποικιακός αφέντης, σύναψε διπλωματικές και εμπορικές σχέσεις ξανά με την Αϊτή το 1825, αφού την υποχρέωσε να πληρώσει 150 εκατομμύρια φράγκα σαν αποζημίωση για την απώλεια των σκλάβων της. Το ποσό αυτό, περίπου ισόποσο προς το ΑΕΠ της Γαλλίας εκείνη την εποχή, έπεσε αργότερα στα 90 εκατομμύρια, αλλά συνέχισε να συνιστά μια τεράστια διαρροή των πόρων της Αϊτής. Στο τελείωμα του 19ου αιώνα, οι πληρωμές της χώρας προς τη Γαλλία αντιστοιχούσαν στο 80% του Εθνικού προυπολογισμού, ενω η τελευταία δόση κατεβλήθη μόλις το 1947.

Κατά την δισεκαντοτηρίδα της Εθνικής Ανεξαρτησίας, το 2003, ο πρόεδρος του κινήματος Lavalas Ζαν Μπαπτίστ Αριστίντ, απαίτησε από τη Γαλλία να επιστρέψει, αυτά τα χρήματα. Η απαίτηση αυτή απορρίφθηκε ψυχρά από μια Γαλλική επιτροπή της οποίας ηγούνταν ο Ρεζίς Ντεμπρέ. Την ίδια στιγμή και ενώ κάποιοι φιλελεύθεροι στις ΗΠΑ, συζητούσαν την πιθανότητα αποζημίωσης των Αφροαμερικανών για την περίοδο της δουλείας, το αίτημα της Αϊτής, αγνοήθηκε από την συντριπτική πλειοψηφία της φιλελεύθερης κοινής γνώμης, παρόλο που ο εκβιασμός στην προκειμένη περίπτωση ήταν διπλός. Οι σκλάβοι πρώτα έπεσαν θύματα εκμετάλλευσης και έπειτα έπρεπε να πληρώσουν για την αναγνώριση της ελευθερίας που κατέκτησαν με σκληρό αγώνα.

Η ιστορία συνεχίζεται και στις μέρες μας. Το κίνημα Lavalas έχει κερδίσει όσες ελεύθερες πραγματικά εκλογές έχουν γίνει στη χώρα από το 1990 και τούδε. Όμως έχει πέσει δυο φορές θύμα, δικτατοριών που έχουν υποστηριχθεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το κίνημα Lavalas είναι υποδειγματικό και για έναν ακόμα λόγο. Είναι μοναδικός συνδυασμός πολιτικού κόμματος που κέρδισε τις εκλογές μέσα από ελεύθερες εκλογές, αλλά ταυτόχρονα κατόρθωσε να διατηρήσει τις ρίζες του στην τοπική λαϊκή άμεση δημοκρατία, την αυτοοργάνωση των κοινοτήτων και των πολιτών. Παρόλο που ο “ελεύθερος τύπος” που ανήκει στους αντιπάλους του Lavalas ποτέ δεν παρεμποδίστηκε, παρόλο που βίαιες διαδηλώσεις οι οποίες απειλούσαν την σταθερότητα της νόμιμα εκλεγμένης κυβέρνησης γινόντουσαν πλήρως ανεκτές και παρόλο που η κυβέρνηση του Lavalas δαιμονοποιούταν συχνά πυκνά στον διεθνή τύπο χαρακτηριζόμενη σαν εξαιρετικά βίαιη και διεφθαρμένη. Ο στόχος των ΗΠΑ και των συμμάχων τους, της Γαλλίας και του Καναδά εν προκειμένω ήταν να επιβάλουν στην Αϊτή μια κανονική δημοκρατία, μια δημοκρατία δηλαδή η οποία δεν θα ακουμπούσε την οικονομική ισχύ της μικρής ελίτ. Γνώριζαν καλά βεβαίως ότι για να λειτουργήσει μια τέτοια δημοκρατία πρέπει να κόψει τους δεσμούς της από την λαϊκή αυτο-οργάνωση και συμμετοχή.

Έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς ότι αυτή η Γαλλοαμερικανική συνεργασία έλαβε χώρα λίγο μετά την λαϊκή διχόνοια που ξέσπασε γύρω από την επίθεση εναντίον του Ιράκ το 2003 και εορτάστηκε σαν επιβεβαίωση των βασικών συμμαχιών που υπογραμμίζονται από διάφορες συγκρούσεις. Ακόμα και ο πρόεδρος της Βραζιλίας, Λούλα, συγχώρεσε την αποπομπή του Αριστίντ το 2004. Μια ανίερη συμμαχία συγκροτήθηκε με στόχο να απαξιώσει την κυβέρνηση του Lavalas, σαν μια μορφή οχλοκρατίας που απειλούσε τα ανθρώπινα δικαιώματα και τον πρόεδρο Αριστίντ σαν ένα τρελό για εξουσία φονταμενταλιστή δικτάτορα. Μια συμμαχία που αποτελούνταν απο πρώην στρατιωτικά τάγματα θανάτου και δημοκρατικά μέτωπα χρηματοδοτούμενα κατευθείαν απο τις ΗΠΑ, εως ανθρωπιστικές μη κυβερνητικές οργανώσεις ακόμα και κάποιους οργανισμούς της Ριζοσπαστικής αριστεράς, οι οποίοι χρηματοδοτούμενοι από τις ΗΠΑ καταδίκασαν με μανία την συνθηκολόγηση του Αριστίντ με το διεθνές νομισματικό ταμείο. Ο ίδιος ο Αριστίντ έδωσε ένα διαυγή χαρακτηρισμό αυτής της συμμαχίας που κινούνταν από την ριζοσπαστική αριστερά ως την φιλελεύθερη δεξιά. “Κάπου, κάπως υπάρχει μια μικρή μυστική ικανοποίηση, ίσως μια υποσυνείδητη ικανοποίηση στο να λέει κανείς αυτά που οι ισχυροί λευκοί θέλουνε να λέει”.

Ο Αγώνας του κινήματος Lavalas είναι υπόδειγμα ενος αξιακού ηρωισμού που αντιμετωπίζει θαραλλέα τα όρια του τι μπορεί να γίνει σήμερα και τι οχι. Οι ακτιβιστές του κινήματος δεν υπαναχώρησαν στα διάκενα της κρατικής εξουσίας για να «αντισταθούν» από απόσταση ασφαλείας. Ηρωικά παρέλαβαν την κρατική εξουσία, γνωρίζοντας καλά οτι το έκαναν υπό τις χειρότερες συνθήκες και ενώ όλες οι τάσεις του καπιταλιστικού εκσυγχρονισμού, της δομικής αναπροσαρμογής αλλά και οι δυνάμεις της μεταμοντέρνας αριστεράς, ήταν εναντίον τους. Περιοριζόμενοι από τα μέτρα που τους επέβαλαν οι ΗΠΑ και το ΔΝΤ, που είχαν ταχθεί υπέρ της «απαραίτητης δομικής αναπροσαρμογής», ο Αριστίντ προχώρησε μια πολιτική μικρών και πραγματιστικών μέτρων (χτίσιμο σχολείων και νοσοκομείων, ανέβασμα του βασικου μισθού, δημιουργία υποδομών) ενω ταυτόχρονα ενθάρυνε την ενεργό πολιτική κινητοποίηση των πολιτών ενάντια στους πιο άμεσους εχθρούς του, δηλαδή το στρατό και τους παραστρατιωτικούς βοηθούς του.

Η πιο αμφιλεγόμενη απόφαση του Αριστίντ, αυτή που προκάλεσε συγκρίσεις με τον Πολ Ποτ και το Φωτεινό Μονοπάτι, ήταν η άρνηση του να καταδικάσει τα μέτρα άμυνας που έπαιρναν οι πολίτες ενάντια στις στρατιωτικές και τις παραστρατιωτικές επιθέσεις, μια επίθεση που είχε αποδεκατίσει το λαϊκό κίνημα από δεκαετίες. Σε κάποιες περιπτώσεις το 1991, ο Αριστίντ εμφανίστηκε να υποστηρίζει μια από τις πιο διαβόητες από αυτές τις πρακτικές, γνωστή ως «Père Lebrun», μια πρακτική παρόμοια με αυτή που ακολουθήθηκε στην Νότιο Αφρική από τους εξεγερμένους ενάντια στο Απαρτχάιντ, όταν σκότωναν δολοφόνους αστυνομικούς ή πληροφοριοδότες της αστυνομίας τυλίγοντας γύρω από το λαιμό τους ένα καιγόμενο λάστιχο. Σε μια ομιλία του τον Αυγουστο του 91 συμβούλευσε το πλήθος να θυμάται πότε και που να χρησιμοποιήσει αυτή τη μέθοδο σημειώνοντας πως ίσως να μην χρειαστεί να την χρησιμοποιήσουν ξανά ποτέ σε ένα ευνομούμενο κράτος.

Αργότερα, φιλελεύθεροι επικριτές παραλλήλισαν τις “Χίμαιρες” (chimères) του Λαβαλας (αυτο-οργανωμένες ομάδες άμυνας αποτελούμενες απο αντάρτες του Lavalas) με τους Tontons-Macoutes, τις δολοφονικές συμμορίες του δικτάτορα Ντυβαλιέ. Το γεγονός οτι δεν υπάρχει καν ποσοτική βάση σύγκρισης της πολιτικής βίας που ασκήθηκε κατά τη μια και την άλλη περίοδο, δεν επιτρέπεται να παρεισφρύσει στο σκεπτικό της πολιτικής κριτικής. Οταν ρωτήθηκε για τις “Χίμαιρες” ο Αριστίντ, απάντησε οτι η ίδια η λέξη τα λέει όλα. “Οι Χίμαιρες αποτελούνται απο παμφτωχους ανθρώπους που ζούν σε καθεστώς βαθιάς ανασφάλειας και χρόνιας ανεργίας. Είναι τα θύματα μιας δομικής αδικίας, μιας συστηματικής κοινωνικής βίας. Δεν προκαλεί έκπληξη οτι πρέπει να αντιμετωπίσουν αυτούς που πάντοτε κέρδιζαν απο αυτή την ίδια κοινωνική βία”.

Οι αραιές πράξεις λαϊκής αυτοάμυνας που γίνονταν από τους αντάρτες του Lavalas είναι παραδείγματα αυτού που ο Μπένγιαμιν αποκαλεί “ιερή βία”. Πρέπει να τοποθετηθεί πέρα από το καλό και το κακό σε ένα είδος πολιτικό-θρησκευτικής αναστολής του ηθικού. Αν και βρισκόμαστε αντιμέτωποι με αυτό που φαίνεται σαν ανήθικη πράξη δολοφονίας, δεν έχει κανείς το πολιτικό δικαίωμα να τις καταδικάσει επειδή απαντούν σε χρόνια, ίσως ακόμα και αιώνες συστηματικής κρατικής και οικονομικής βίας και εκμετάλευσης.

Όπως λέει κι ο Αριστίντ: “Είναι καλύτερα να κάνεις λάθος με τον λαό από το να κάνεις λάθος ενάντια στο λαό”. Πέρα απο τα όποια προφανή λάθη το καθεστώς του Lavalas ήταν στην πραγματικότητα μια εικόνα του πως θα έμοιαζε μια δικτατορία του προλεταριάτου σήμερα. Ενω πραγματιστικά θα ενέδιδε σε κάποιους εξωτερικά επιβεββλημένους συμβιβασμούς, θα έμενε πάντα πιστή στη βάση της, στο πλήθος των απλών στερημένων ανθρώπων, θα μιλούσε εξ ονόματος τους χωρίς να τους εκπροσωπεί αλλά βασιζόμενο στις τοπικές τους μορφές αυτό-οργάνωσης. Αν και σεβόταν τη δημοκρατική διαδικασία, το κίνημα Λαβάλας έκανε σαφές ότι ο εκλογικός αγώνας δεν είναι το πεδίο στο οποίο αποφασίζονται τα πράγματα. Αυτό που είναι πολύ πιο κρίσιμο είναι η προσπάθεια να συμπληρώσεις τη δημοκρατία με την άμεση πολιτική αυτο-οργάνωση των καταπιεσμένων.

Δημοσιεύτηκε στο NewStatesman τον Αυγουστο του 2008

Advertisements
  1. Όλες οι καταστροφές είναι φυσικές, εκτός από εκείνες που επιφέρουν οι δραστηριότητες της αφύσικης ανθρωπότητας…

  2. @ad noctum Κάτι που ισχύει και εν προκειμένω. Γιατί μόνο αφύσικο πρέπει να θεωρείται οτι η δυνητικά πλουσιότερη χώρα στο δυτικό ημισφαίριο (υπολογίζεται οτι στο υπέδαφος της κρύβονται 215 εκατομμύρια τόνοι χρυσού, 117 εκ. ουγγιές ασήμι και 423 εκ λίβρες χαλκού), έχει καταστεί η φτωχότερη (συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα έχουν συντελέσει σε αυτό). Πόσο «φυσική» είναι λοιπόν μια φυσική καταστροφή; Δεν συμβαίνει εντός της ιστορίας; Δεν θα έπρεπε να μπορεί η Αϊτή να αντιμετωπίσει παρόμοια φαινόμνενα, όπως η χώρα μας για παράδειγμα; Δεν φταίνε κάποιοι για αυτό; Αυτό λέω

  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: