Άνευ τεκμηρίωσης

Το άρθρο του Αλέξανδρου Λούντζη που ανέφερα σε προηγούμενο πόστ για τα γεγονότα του Δεκέμβρη. Ευχαριστώ την Νέα Εστία, για το δικαίωμα αναδημοσίευσης

Αναρωτιόμασταν ήδη από την πολύ αρχή. Στον κύκλο των οικείων, σε αίφνης διευρυμένες συζητήσεις, σε συγκεντρώσεις με συνωμοτικό χαρακτήρα, σε τηλεφωνήματα, ηλεκτρονικά ραβασάκια κ.λπ. Η διατύπωση ερωτήσεων ήταν άλλωστε τόσα χρόνια ο προνομιακός μας χώρος δράσης και είχαμε κάθε λόγο να εξαντλήσουμε την εφευρετικότητά μας. Ομολογουμένως στα επιχειρησιακά ξεπετάγματα υστερούμε κάπως, παρότι εν προκειμένω σημειώθηκε αξιοσημείωτη πρόοδος. Με το πέρασμα των ημερών, οι συζητητές, το περιεχόμενο και η ρητορική φόρμα άλλαζαν σχηματισμούς αλλά το σημείο στίξης παρέμενε το ίδιο. Η απορία, μετά το πρώτο τριήμερο της κάπως παρατεταμένης αλλά πάντως ακόμα αντανακλαστικής αντίδρασης, εστιάστηκε στο επιπλέον, στην ειδοποιό διαφορά, στο μυστικό συστατικό που είχε καταργήσει τα απλά μαθηματικά του πρόσφατου παρελθόντος για τις μεταβλητές της διάρκειας και της έντασης.


Όταν κατακάθισε λίγο η προφορικότητα των διασπορικών συναντήσεων, αρχίσαμε να καταναλώνουμε κείμενα. Από συναισθηματικά φορτισμένες μπροσούρες που ανήγγελλαν το χάος ώς τις «νηφάλιες» αυτοερωτικές επιπλήξεις της τριανδρίας που παρενέβη για να διασώσει τον ελληνικό πολιτισμό από το όνειδος των παρεμβολών. Η ανάγνωση είχε διατηρήσει και αυτή κάτι από τη ρευστότητα της συζητητικής έκρηξης των ημερών. Το μισό της πρόσληψης ήταν διαμεσολαβημένο από τα ερμηνευτικά σχόλια, και τις μισές αναλύσεις που διαβάσαμε στην πραγματικότητα μας τις αφηγήθηκε τρίτος. Τα «επεξηγητικά» κείμενα ήταν τόπος κοινής αμηχανίας. Η ανάγκη τεκμηρίωσης ανέκαθεν ευθύνετο για μερικές από τις καλύτερες θεωρητικές ακροβασίες, αλλά επί της παρούσης ο εθισμός ήταν μεταδοτικός. Μαρξιστικές υπερταλαντώσεις για να χωρέσει η σελίδα της ιστορίας στις γραφές, καταστασιακά ολογράμματα ακατανόητα χωρίς τον αποκωδικοποιητή, σοσιαλδημοκρατικές παραινέσεις με ολίγη από νοσταλγία και η μοιραία υποχώρηση στους οικείους θεωρητικο-ρητορικούς τρόπους… για να στηθεί στα πόδια του ένα εξηγητικό σχήμα με στοιχειώδη δομή. Οι συζητήσεις εντός, ακόμα και οι ανακοινώσεις των καταλήψεων μαρτυρούσαν αξιοπρόσεκτες ρωγμές στο αρραγές υλικό βεβαιότητας του καταγγελτικού λόγου. Έπεσαν ιδέες με φαντασία και αμετροέπεια για την ανατροπή του υπάρχοντος συστήματος εξουσίας όπως και παρατεταμένες σιωπές με δόση μελαγχολίας μπροστά στο αβέβαιο φάσμα της επόμενης κίνησης. Ήταν το άγχος της τεκμηρίωσης οξυμμένο από την ταχύτητα της ροής των γεγονότων που έκανε τα περισσότερα «εξηγητικά κείμενα» των επαγγελματιών αναλυτών να μοιάζουν ανεπίκαιρα ή κωμικά. Ήταν το ίδιο άγχος που είχε σπείρει τόσα «ενδεχομένως, μπορεί, νομίζω» στις μέχρι τώρα αποφάνσεις μας. Το παρόν κείμενο είναι σαφές ότι έχει κοινή μοίρα…

Η ροή των ειδήσεων

Ίσως η πλέον «εύγλωττη» διακήρυξη του «κινήματος» των ημερών να ήταν εκείνα τα 80 δευτερόλεπτα σιωπής στο μεσημβρινό δελτίο ειδήσεων της ΝΕΤ της 16.12.2008. Το μαυρόασπρο πανό με τους πολυάριθμους στυλοβάτες του δεν διακήρυσσε καμία βεβαιότητα και δεν αποτύπωνε καμία πρόταση. Περιείχε μονάχα μια πρόσκληση για την έξοδο των θεατών από τη θέση θέασης και συμπύκνωνε το νόημα στη χειρονομία της παρεμβολής. Το κάλεσμα δεν περιείχε αιτήματα της λαϊκής οικογένειας (όπως με παροιμιώδη ευστοχία σχολίασε η φωτισμένη ηγεσία του ΚΚΕ) και δεν όριζε ούτε τόπο ούτε χρόνο ούτε πλαίσιο ούτε σχέδιο πάλης με συγκεκριμένη προοπτική. Ο λόγος εξέλιπε από την πρωτοβουλία, καθώς εκτιμήθηκε ότι η σιωπή και η ανοίκεια παρουσία εν μέσω οικείων ειδήσεων ήταν ήδη επαρκείς και συμβολικά εντονότερες ∙ ο λόγος εξέλιπε, ενδεχομένως, γιατί κανείς δεν ήταν έτοιμος να πει και κάτι πιο συγκεκριμένο. Η αντί πρότασης πρόσκληση έδειχνε προς ένα ακαθόριστο ραντεβού στον δημόσιο χώρο. Προς εκείνο το ξέφωτο που για δεκαπέντε ημέρες είχε ενσαρκώσει κάποια από τα πιο άγρια όνειρα των ριζοσπαστών κοινωνικών γεωγράφων, που είχε γίνει πεδίο λήψης αλλά και υλοποίησης αποφάσεων, που είχε απωλέσει τις νόρμες ομαλής κυκλοφορίας αλλά φιλοξενούσε απρόσμενες συναντήσεις. Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία ήταν αποτελεσματική, γιατί δεξιώθηκε την ευφορία της ροής των ημερών και την αποτύπωσε χωρίς να βουλιάξει από το άγχος της τεκμηρίωσης αιτίων-αιτιατών και προβλέψεων. Σε αυτή την ενοχή απέναντι στην ευφορία χωρίς τεκμηρίωση θα επιστρέψω.

Η σιωπή της ειρήνης

Έγιναν και πιο «έλλογες» απόπειρες, πιο επεξεργασμένες, πιο μαζικές. Έγιναν καταλήψεις σχολείων και σχολών με μαχητικά πλαίσια δράσεων. Απεργίες συνδικάτων που ακινητοποίησαν τη μηχανή. Πορείες χιλιάδων που αντήχησαν στα νταμάρια του λεκανοπεδίου. Και με κάποιες σποραδικές παρασπονδίες ήταν εντός κανόνα και επέφεραν ένα συντριπτικό νεύμα της κεφαλής. Γιατί πάνε δυο δεκαετίες που τα γεγονότα δεν γεννώνται νεκρά. Στη θερμοκοιτίδα της μαζικής ενημέρωσης συντηρούνται κατά βούληση, υποβάλλονται σε εξονυχιστικά πειράματα, υπόκεινται σε αλλοιώσεις, και την πρέπουσα στιγμή προβάλλονται κατά ριπάς, για να αναφωνήσει με δέος ή ανακούφιση ο ντουνιάς … θαύμα, αποστομωτικό! Γιατί πέρα απ’ το καλό και το κακό οι διπλάσιες συγκεντρώσεις πληθυσμού, στις διπλάσιες πόλεις της επικράτειας, εν ρυθμώ ειρήνης θα είχαν επιφέρει το ίδιο συντριπτικό της κεφαλής νεύμα. Έμελλε να γίνουν τα τζάμια θρύψαλα, να σπάσουν τα μάρμαρα με σφυριά, η Ακαδημίας να μοιάζει στην Πάρνηθα με ένα δέντρο λαμπάδα στην άκρη και τα μισά Α/Τ της επικράτειας στόχος σκοποβολής των μαθητών … για να λοξεύσει το νεύμα, να αναβληθεί το θαύμα των Χριστουγέννων, για να υπάρξουν γεγονότα. Γιατί όποια και αν ήταν, αυτά αναγνωρίστηκαν ως γεγονότα, αυτά απασχόλησαν, αυτά θορύβησαν, αυτά πάγωσαν για λίγο το τέμπο και συγκέντρωσαν βλέμματα, ευχές και κατάρες. Τα λοιπά όπως μας διαμηνύθηκε είναι αδιευκρίνιστα και σκοτεινά. Γιατί αν δε βγουν και τα 69 πορίσματα και δε γίνουν και οι 263 «ενημερωτικές» εκπομπές για την πιθανή πορεία και τις ακριβείς μοίρες βολής του απίθανου εξοστρακισμού, ουδείς μπορεί να διαμορφώσει οριστικά συμπεράσματα. Γιατί, όπως ορθά ειπώθηκε, δεν μπορεί να μιλήσει κανείς «τεχνικά» για κίνημα, δε συγκροτήθηκε επαναστατικό υποκείμενο, δεν κατοχυρώθηκε καμία στέρεη συμμαχία. Οι αυθόρμητες συγκεντρώσεις έφεραν πορείες και οι πορείες συγκρούσεις και οι συγκρούσεις … γενικευμένα, παρατεταμένα -με σαφέστατη αφορμή και ασαφή στόχευση- μπάχαλα. Και τα μπάχαλα-γεγονότα άνοιξαν τη συζήτηση, ενώ οι τελευταίοι πασιφιστές της οικουμένης έμειναν να κοιτάζονται αμήχανα μεταξύ τους υπό το άγχος της νομιμοποίησης, της αναλογίας και της τεκμηρίωσης.

Ο φετιχισμός του νέου

Η ανεργία, το ακρωτηριασμένο σύστημα δημόσια υγείας, η κατ’ ευφημισμόν δημόσια εκπαίδευση, η αστυνομοκρατία, η ανασφάλεια από την οικονομική κρίση… να πέσει η κυβέρνηση, να ανοίξουν τα δημόσια πανεπιστήμια, να κρατικοποιηθούν επιχειρήσεις, να γίνει σοσιαλισμός; Ποιά αιτία ήταν καταλυτική, ποιό από όλα τα συνθήματα θα συντονιστεί με τα γεγονότα, ποιά προτεραιότητα θα ηγεμονεύσει; Η όξυνση της απορίας ήταν ευθέως ανάλογη με την κλιμάκωση της έντασης. Η απρόσμενη ταυτόχρονη έφοδος στην πραγματικότητα των συνομηλίκων του τηλεοπτικώς αδικοχαμένου νεαρού θύματος έθεσε εν κινδύνω ακόμα και τις πιο δοκιμασμένες βινιέτες των αποκλειστικών αντιπροσώπων της. Ο Γρηγορόπουλος δολοφονήθηκε και η βίαιη ακαλούπωτη ριζοσπαστικοποίηση των φίλων του δεν θύμιζε σε τίποτα τα θυματοποιημένα ερίφια που αναμένονταν. Απέναντι σε αυτή την «από τα κάτω» (έστω και ηλικιακά) ώθηση, τα πιο ώριμα κοινωνικά αντανακλαστικά επέδειξαν παράξενες αντιδράσεις. Η εικόνα σύρραξης και υλικής αποψίλωσης των δύο πρώτων ημερών εκτός από σοκ προκάλεσε και μύχια ευφορία ∙ η θεμέλια βουβή πλειοψηφία, παρά την αποχή της, βουβά εξέφρασε την ανοχή της. Ακόμα και όταν δεν υπήρχε έμπρακτη συμπαράσταση, η γενική απογοήτευση μεταφράστηκε σε προσωπική χαιρεκακία για τις καταστροφές των άφθαρτων συμβόλων του παρόντος ∙ για τις τράπεζες, τα κτίρια, τα πεζοδρόμια, τα πολυκαταστήματα, τις σημαίες, τα δέντρα-πύργους κ.ο.κ. Ενώ η συζήτηση για την ανατροπή ή την αντικατάστασή τους διενεργείτο στις νεοσύστατες ομάδες των ημερών, η ικανοποίηση από το τσαλάκωμα που υπέστησαν προκάλεσε για λίγο συλλογική αλληλεγγύη, παρά τους χίλιους καθωσπρεπισμούς των κοινωνικών συνδιαλλαγών.

Η όξυνση έντασης και απορίας δημιούργησε αμηχανία. Στους θώκους των αμυνομένων διαχειριστών ήταν στιγμιαία καθολική και εν προόδω ανησυχαστική ∙ στους κόλπους των είτε συναισθηματικά είτε πρακτικά συμμετεχόντων η ένταση ήταν στιγμιαία λυτρωτική και η αμηχανία διαρκώς βασανιστική. Η αφοπλιστικότητα του μοναδικού είναι δοκιμασμένη ψυχική άμυνα στον φόβο του αγνώστου. Η κατασκευή του ανεπανάληπτου που δεν υπακούει στους κανόνες του παρελθόντος, η ανακαταγραφή της ιστορίας με όρους πρακτικούς, η μέθη για τη μεγάλη ώρα που κοντοζυγώνει… Και όμως η δολοφονία του Μιχάλη Καλτεζά από ένστολο τον Νοέμβριο του 1985 όπως και η δολοφονία του Νίκου Τεμπονέρα από τον πρόεδρο της ΟΝΝΕΔ Πάτρας τον Ιανουάριο του 91 είχαν επίσης δημιουργήσει συσπειρώσεις, αλληλεγγύη, συζητήσεις ∙ είχαν πυροδοτήσει συγκρούσεις, καταστροφές, γενικευμένη βία. Η έκρηξη κράτησε όσο επέτρεπε η εποχή της. Ένας φόνος, πέραν των πολιτικών πεποιθήσεων, δημιουργούσε πάντα ιδιαίτερη φόρτιση και οι νεκροί ανέκαθεν συμβολοποιούντο. Στα εγκλήματα κατά της ζωής πεθαίνει πάντα ένας συγκεκριμένος άνθρωπος και η ταυτότητά του έχει απόλυτη σημασία για τις ταυτίσεις και τις προβολές που η απώλεια δημιουργεί , όπως όταν πεθαίνει ένας άνθρωπος πεθαίνει πάντα ο Γιώργος Ιωάννου.1 Ήταν λοιπόν μάλλον λογικό η εν ψυχρώ δολοφονία ενός εφήβου από δημόσιο υπάλληλο να αγγίξει πέραν όλων των άλλων και την αχανή ομάδα των συνομήλικων του. Αν και στα δεκαπέντε σου σκέφτεσαι διάφορα πράγματα και περιδιαβαίνεις καλπάζοντας ακραίες εμπειρίες, ο θάνατος είναι ακόμα μακρινός συνειρμός. Η απότομη συνειδητοποίηση επέφερε σαν εξίσωση απότομες αντιδράσεις, ανοριοθέτητη οργή, δυσανάλογο με την ηλικία τσαμπουκά. Η συνάντηση και ο συντονισμός των εφορμώντων πιτσιρικάδων με αριστεριστές, αναρχικούς, αριστερούς, ωμά εκμεταλλευόμενους μετανάστες -που δεν υπήρχαν σε αυτό τον αριθμό και σε αυτές τις συνθήκες εξαθλίωσης τις προηγούμενες δεκαετίες-, ανυστερόβουλους σοσιαλδημοκράτες ή γενικώς κατοίκους αυτής της χώρας που έχουν ακόμα κυκλοφορία αίματος ήταν το μοναδικό κράμα αυτών των ημερών. Αλλά δεν ήταν «το απολύτως νέο», ούτε και «το τελείως απρόβλεπτο». Η ανεργία, η φτώχεια, η περιθωριοποίηση και όλες οι άλλες μεταβλητές της πρώτης πρότασης της ενότητας και όλων των μεταβλητών του παρόντος συνυπάρχουν και αλληλοδιαπλέκονται με το πηγαίο αίσθημα θυμού για τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Η έκρηξη θα πάει όσο βαθειά και όσο μακριά της επιτρέψει η εποχή της. Τα υπόλοιπα για την κρίσιμη αφορμή και τα πραγματικά αίτια είναι στο ανοιχτό πεδίο της επέκεινα έρευνας των ιστορικών. Όποιος βιάστηκε να το υποκαταστήσει όπως η ελληνική κοινοβουλευτική αριστερά κατά την ταπεινή μου κρίση ξεγυμνώθηκε. Η ανανεωτική συνιστώσα της, παρά την ουσιαστικά υποστηρικτική διαφοροποίηση της από τα υπόλοιπα κόμματα, υπερενθουσιάστηκε με το μέλλον ώστε κατέληξε να απολογείται για το παρόν, και η κομμουνιστική συνιστώσα της, παρά την καθοριστική και συγκινητική αγωνιστική κληρονομιά της, φοβήθηκε τόσο την απώλεια της ηγεμονίας στο παρόν ώστε επανέλαβε τα χειρότερα λάθη του παρελθόντος της.

Η Ψηφιακή συλλογή (ΚΙΒΑΡ):

Αντί τετράωρων συζητήσεων για τη σύνταξη της ανακοίνωσης, αντί γενικών συνελεύσεων με ελαφρύ ξύλο για αλατοπίπερο, αντί ολονύκτιων αφισοκολλήσεων, αρκούσε ένα διασπορικό SMS και τη Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου του 2008 χιλιάδες μαθητών λυκείου πολιόρκησαν σχεδόν όλες τις πόλεις και κωμοπόλεις της Ελλάδας. Ήταν φυσικό να εντυπωσιαστούμε! Αντί της τελετουργικής σύγκρουσης των αφηγήσεων την επομένη, της καθιερωμένης τραμπάλας ανάμεσα στην ακριβολογία και το ντελίριο που σμιλεύει διαχρονικά την ιστορία και τη μυθολογία του «χώρου», τα γεγονότα του Δεκεμβρίου βιώθηκαν σε ζωντανή αναμετάδοση. Η ηλεκτρονική διαμεσολάβηση είναι πανοπτικά παρούσα από τις αρχές της δεκαετίας, αλλά στα καθ’ ημάς δεν είχε ποτέ σφραγίσει ένα κοινωνικό δρώμενο σε τέτοιο βαθμό. Η κατακλυσμιαία ροή πληροφοριών σε πραγματικό χρόνο, η σχιζοφρενική παραλλαγή της μορφής (καλλιτεχνικές φωτογραφίες φλεγόμενων κτιρίων, αναλυτικές πολιτικές μπροσούρες, ασύρματες κωδικοποιημένες συνεννοήσεις, ραβασάκια, νομικές συμβουλές για την απευκταία περίπτωση σύλληψης), η άπειρη δυνατότητα επικοινωνίας και η αδυναμία αποστασιοποίησης μέσα στο matrix σκιαγραφούσαν ένα κίνημα χωρίς ηγεμονία, μια πόλη χωρίς κέντρο, μια συλλογικότητα χωρίς σώμα. Οι συναντήσεις, οι συνελεύσεις και οι καταλήψεις ήταν διαρκώς τροφοδοτούμενες από το συνεχές των αφηγήσεων και η έκπληξη δεν αιωρείτο πάνω από κάποια αποκάλυψη αλλά από την ισχύ της απόφασης. Η δικτύωση ήταν αναμφίλεκτα κρίσιμο διακριτικό του εδώ και τώρα των γεγονότων, ήταν καθοριστικό μέσο διασποράς όπως ήταν και μια από τις αιτίες τους.

Όσο το άγχος κατάθεσης συνολικών προτάσεων και τεκμηρίωσης έμενε στη σκιά της «κοινωνικά δικαιολογημένης» αντίδρασης στον φόνο του Γρηγορόπουλου, τόσο εμπλουτιζόταν το συναίσθημα ευφορίας για την έξοδο από την αδράνεια της βουβής δυσαρέσκειας ∙ η άντληση ηδονής από τη συμμετοχή σε μια κοινή δράση με κανόνες και στόχους υπό διαμόρφωση. Η ενοχή αυτής της παραδοχής ήταν πιο εμφανής από ποτέ στο λόγο της επίσημης ελληνικής αριστεράς και αποτυπώθηκε είτε ως παλινδρόμηση είτε ως καταγγελία και φοβική αναχώρηση. Οι συσπειρώσεις, οι αποφάσεις και οι δράσεις του Δεκεμβρίου του 2008 εξελίχθηκαν εν πολλοίς απουσία της «επίσημης» αριστεράς, πέρα από την επισημότητα των μέσων που αναγνωρίζει και των σκοπιμοτήτων που προκρίνει. Η αδυναμία κατανόησης, συνοδευόμενη και από την αδυναμία χειραγώγησης, από τους επισήμους ήταν μια ειδοποιός διαφορά των γεγονότων, όπως ενδεχομένως ήταν και ένα όριο στην επίδραση και την εξέλιξη τους. Η ίδια απουσία επισημότητας στην διαμόρφωση του λόγου και των δράσεων ήταν επίσης βασική παράμετρος στη δημιουργία του παράξενου παλίμψηστου ανθρώπων και ομάδων που συμμετείχαν στην εξέλιξη της ιστορίας (από συνιστώσες της ριζοσπαστικής αριστεράς και ομάδες της αυτονομίας έως αγανακτισμένες νοικοκυρές του κέντρου της Αθήνας, αόρατους μετανάστες των υπογείων και τους υποθετικά μειλίχιους και απολίτικους μαθητές του πρώιμου 21ου αιώνα). Το βίαιο ξέσπασμα ενάντια στην παράλογη βία ερέθισε την περιέργεια, ενίσχυσε τη συμμετοχή χωρίς προαπαιτούμενα και η παρατεταμένη αμηχανία των επισήμων άφησε ακάλυπτο ένα στρατηγικό και αχανές πεδίο αυτοσχεδιασμού και πρωτοβουλίας. Η κίνηση ήταν από την πρώτη ημέρα πολύ ταχύτερη του σχεδιασμού και της τεκμηρίωσής της, επιτρέποντας την προσέλευση στο πεδίο της πάλης ανθρώπων που θα είχαν μετά βεβαιότητος κοπεί από τη λογοκρισία του κινήματος. Ως κατεξοχήν πεδίο διαμόρφωσης του λόγου των γεγονότων αναδείχθηκαν τα θραυσματικά κείμενα, οι αποσπασματικές περιγραφές και αντεγκλήσεις σε άπειρες και καταρχήν «ισοδύναμες» ιστοσελίδες. Λόγω της απρόσμενης κλιμάκωσης και αντοχής των γεγονότων, οι υπηρεσίες του επίσημου συστήματος κυριαρχίας και επιτήρησης υποχρεώθηκαν να αμφισβητήσουν την παντοδυναμία τους, να επανεξετάσουν τα όρια επίσημης και περιθωριακής πληροφόρησης, να βάλουν ξεβολεμένους υπουργούς και ξενυχτισμένους υπαλλήλους της δημόσιας ασφάλειας να αρμενίζουν στο διαδίκτυο για να εντοπίσουν το άπιαστο κέντρο επιχειρήσεων. Ήταν και αυτή μια στιγμή ευφορίας, ήταν μέρος του πεδίου που οι «απολίτικοι δεκαεξάχρονοι» των ηγεμονικών αφηγήσεων, οι γνωστοί-άγνωστοι των αστικών θρύλων και οι θυμωμένοι κάτοικοι χωρίς λοιπά διακριτικά κατέλαβαν όπως όπως.

Με τη μαζική ενημέρωση στοιχισμένη στην πολιτική ηθική του θλιβερού κομματικού παράγοντα και αναπαράγουσα το αισθητικό μεγαλείο των εργολάβων της μαζικής ψυχαγωγίας, υπήρχε πάντα ένα διάκενο μειοψηφικής αλλά ισχυρής αντιποίησης ειδήσεων. Η εξάπλωση του διαδικτύου και η προνομιακή εξοικείωση των νεότερων με τη χρήση του μετέθεσαν τη βασική εστία από τις κινηματογραφικές λέσχες και τις αναγνωστικές παρέες του ’70 και του ’80, από τις διάσπαρτες πολιτικοπολιτισμικές ομαδώσεις του ’90 στις απροσδιόριστες ηλεκτρονικές κυψέλες συνάντησης του 2000. Η έλξη του νέου format, η αίσθηση παντοδυναμίας από την κατάργηση των χωροχρονικών περιορισμών και το φαντασιωσικό υπόλοιπο της ψευδωνυμίας δημιούργησαν ευρύ ρεύμα και ενέπλεξαν ανθρώπους με τελείως ανόμοια χαρακτηριστικά, αλλά δεν ανέτρεψαν τη βασική εξίσωση της μοναξιάς του διαδικτυακά συνδεδεμένου χρήστη: ένας άνθρωπος-μια οθόνη, άπειρες «περιηγήσεις»-πλήρης στασιμότητα. Νέοι και νεότατοι πολίτες καρφωμένοι καθημερινά για ώρες μπροστά από μια οθόνη LCD, «συμμετέχοντας» σε κοινότητες, δημιουργώντας και καταργώντας παρέες και δίκτυα, βιώνοντας στιγμές ηδονής και απογοητεύσεις, τυλιγμένοι σφιχτά με τον μανδύα της παραισθησιακής μοναξιάς του υποκατάστατου της επαφής. Όλο αυτό το συσσωρευμένο εικονικό υλικό, όλες εκείνες οι ιδιωτικές πρόβες συναντήσεων απέκτησαν με τον ωμό θυμό για τον αδιανόητο φόνο ενός Αλέξανδρου το έναυσμα για να δοκιμαστούν σε ανοιχτό χώρο (Αλέξανδρος κυάνιον, κιβάρ, στροφή προς τον δρόμο). Οι αυθόρμητες διάσπαρτες πορείες χωρίς περιφρούρηση, οι ατέρμονες συζητήσεις με αγνώστους, τα μαζέματα στα σπίτια, τα πανηγυριώτικα βράδια στις μεγάλες καταλήψεις, η βαθιά ρωγμή τόσο στο χρόνο της καθημερινότητας όσο και στα όρια των χωρικών περιπλανήσεων στην πόλη, τα ζευγαρώματα και οι τσακωμοί εν μέσω συγκρούσεων, η αδρεναλίνη από το άγγιγμα του φόβου και τον ερεθισμό της βίας, η μελαγχολία από το άδειασμα της συγκίνησης… όλη αυτή προσωπική εμπλοκή , η βιωματική συνθήκη των γεγονότων του Δεκεμβρίου αποτύπωσε και μια μαζική έκλυση έντασης, μια στιγμιαία ατομική έκκριση ταυτόχρονα με την κοινωνική έκρηξη που εξελισσόταν. Μπορεί ιδωμένο εκ των υστέρων να διαπιστώθεί ότι αντί συγκρότησης συλλογικότητας ήταν περισσότερο συλλογή ανθρώπων, ότι αντί για ταξικά αιτήματα υπερτέρησε η επιθυμία συντροφικότητας, αντί συγκεκριμένου σχεδίου ανατροπής υπερχείλισε ο ενθουσιασμός της δράσης. Αν επιχειρήσει κανείς να ερμηνεύσει ό,τι συνέβη μέσω μιας απόλυτης σχάσης μπορεί κάλλιστα να υποβιβάσει άλλη μια φορά την πολιτική αξία και ορθότητα των δεύτερων συνθετικών χάριν του εξαγιασμού των πρώτων. Όση ενοχή όμως και αν εσωτερικεύσουμε, όσους περιορισμούς και αν ενέχουν κάποιες από τις ακροβασίες των γεγονότων και όσο ρευστό και ατεκμηρίωτο και αν είναι το υλικό της ευφορίας που δημιούργησαν, ίσως να είναι μια στιγμή συνειδητοποίησης της ανάγκης της. Ίσως, δηλαδή, αν αποδεχθούμε πως το Κιβώτιο δεν βρίσκεται σε Άριστη κατάσταση και εντούτοις το διαφυλάξουμε, να αποδειχθεί εν καιρώ πολύτιμο το περιεχόμενό του.

ΥΓ. (οι κομμένες κεφαλές)

Η φαντασία στην εξουσία κάνει καλή ρίμα, ακούγεται τόσο αντιγραφειοκρατικό όσο και συναρπαστικό ως σύνθημα και όταν συνδυάζεται με την προπαγάνδα της δράσης βγάζει καλές φωτογραφίες, κάνει εκκωφαντικό θόρυβο και ερεθίζει την περιέργεια ανέξοδα και ακαριαία. Και όταν, στην άλλη άκρη του συνεχούς, το θυμικό σαρώνεται αυτάρεσκα από τις δονήσεις και θεωρία και κριτική λοιδορούνται από τους ατρόμητους και τους πρωτοπόρους … τελειώνει η κατανόηση, εξαντλείται η υπομονή, χάνεται οποιαδήποτε αίσθηση ευφορίας ∙ γιατί το αίμα δεν γίνεται νερό αλλά το κρασί γίνεται ξίδι. Όταν η ριζοσπαστικοποίηση καλπάζει μόνο ως ακτιβιστικό παίγνιο ή ως έκλυση καταπιεσμένης αδρεναλίνης η μικροφυσική της βίας αναπαράγεται, εις τον αφρό των ημερών αναδύονται παράξενα πλάσματα και το αδιανόητο πυρ κατά ριπάς από τις κομμένες κεφαλές ξημερώματα Δευτέρας 5.1.09 είναι δυστυχώς αναμενόμενο. Τα γεγονότα του Δεκέμβρη που συσπείρωσαν ανέλπιστα και εξέφρασαν αυτοσχέδια τη δυσαρέσκεια έναντι της καταπίεσης που έχει σχεδιαστεί ώς την τελευταία της λεπτομέρεια, τα γεγονότα που πυρπόλησαν τον κανόνα της αφομοίωσης και της συμμετρικής εξαργύρωσης της πάλης και άντεξαν τη μεμψίμοιρη κριτική των απομονωμένων παραγόντων των μαζών, είναι κρίμα να εκφυλιστούν σε πόλεμο συμμοριών των λίγων που είναι διατεθειμένοι και αρκούντως πωρωμένοι για να τον διεξάγουν. Γιατί μια βεντέτα χρειάζεται πάντα δύο για να σταθεί, και οι συμμορίες πέραν των προκηρυγμένων στόχων τους πολεμούν πάντοτε κυρίως για την ύπαρξή τους.


Αλ. Λούντζης

Advertisements
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: