Ψηφιακή τεκμηρίωση

1Το 1998 υπολογιζόταν ότι με τις τότε υπολογιστικές μηχανές παρήχθη και αποθηκεύτηκε 1 exabyte δεδομένων, όλων των ειδών. Στο τέλος του 2006 -μόλις 8 χρόνια μετά- η εταιρεία ερευνών IDC υπολόγιζε πως είχαν παραχθεί και διακινηθεί 160 exabytes, ήτοι 160 δισ. gigabytes, δημιουργώντας σοβαρά προβλήματα αποθήκευσης, αλλά και αξιολόγησης, ιεράρχησης, ταξινόμησής τους ώστε να είναι χρήσιμες και στο μέλλον! Και βεβαίως οι προβλέψεις της ίδιας εταιρείας λένε πως μέχρι το 2010 η παραγωγή δεδομένων θα αγγίξει τα 988 exabytes! Αν αυτά τα δεδομένα τυπώνονταν σε βιβλία θα σχημάτιζαν δυο στοίβες μήκους από τον Ηλιο ώς τον Πλούτωνα, στην άκρη του ηλιακού μας συστήματος και πίσω. Μάλλον δεν θα ήταν υπερβολή να πει κανείς ότι στις μέρες μας η έκρηξη των πληροφοριών είναι τόσο έντονη ώστε ήδη να «πνιγόμαστε» σε αυτές.

«Δεν έχουμε ακόμα τους μηχανισμούς για να οργανώσουμε εννοιολογικά αυτόν τον όγκο πληροφοριών, κάτι που έχει συνέπειες ειδικά στις επιστήμες που στηρίζονται στα δεδομένα και αυτές είναι πολλές. Επιπλέον, πολλαπλασιάζεται σήμερα η ποσότητα των πληροφοριών που θεωρούμε άξιες προς διατήρηση με αποτέλεσμα τα «διαμάντια» της εποχής να κρύβονται, όλο και περισσότερο μέσα στο σωρό».

Είναι Τετάρτη απόγευμα και ο Κωστής Δάλλας λέκτορας του τμήματος Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου, μιλάει για την έννοια της ψηφιακής τεκμηρίωσης στο τελευταίο καφενείο της επιστήμης που οργάνωσε φέτος το Ιδρυμα Ευγενίδου.

Αφορμή είναι η διάθεση από το ερχόμενο Φθινόπωρο στο internet, του ψηφιοποιημένου αρχείου τεχνικών βιβλίων που εκδίδει το ίδρυμα από το 1950. Στο ακροατήριο είναι μόλις 20 άτομα (οι περισσότεροι βιβλιοθηκονόμοι), όμως τα ζητήματα που θίγει ο καθηγητής του Παντείου, ξεφεύγουν από την τεχνική γλώσσα των υπολογιστών που έχουμε συνηθίσει και πάνε στην καρδιά των προβλημάτων της ψηφιακής εποχής.Τι αξία έχει η νέα ψηφιακή πληροφορία; Πώς πρέπει να οργανωθεί ώστε να είναι χρήσιμη στο μέλλον και τι ρόλο θα παίξουν οι παραδοσιακοί φορείς συλλογής και αρχειοθέτησής της, όπως είναι οι βιβλιοθήκες, τα μουσεία και οι συλλογές;

Στην διαδικτυακή εγκυκλοπαίδεια Wikipedia ως Τεκμήριο ορίζεται οποιοδήποτε είδος υλικού διαθέτει μία βιβλιοθήκη ή ένα μουσείο, το οποίο αποτελεί μέρος της συλλογής της. Τεκμήριο μπορεί να είναι ένα βιβλίο, περιοδικό, εφημερίδα, ή βιντεοκασέτα. Στην εποχή μας όπου όλα ψηφιοποιούνται, δημιουργούνται δυο είδη τεκμηρίων. Τα αναλογικά που ψηφιοποιούμε προκειμένου να διατηρήσουμε (όπως για παράδειγμα σκανάρουμε φωτογραφίες) και τα εγγενώς ψηφιακά (παράδειγμα η ηλεκτρονική μας αλληλογραφία).

Ουσιαστικές διαφορές

«Υπάρχουν, όμως, μερικές ουσιαστικές διαφορές σε σχέση με παλιότερα. Το κόστος αναπαραγωγής για παράδειγμα πέφτει δραματικά. Αν θέλετε να αντιγράψετε ένα μουσικό αρχείο, δεν χρειάζεται καν να πάρετε κασέτα η CD. Επειτα ενώ μπορεί να δείτε μια έκθεση ζωγραφικής σε μια γκαλερί, τα ψηφιακά αντικείμενα κατά κύριο λόγο θα τα δείτε ιδιωτικά, στο σπίτι σας» λέει ο καθηγητής. «Οι παλιοί θεματοφύλακες διαφόρων τύπων τεκμηρίων, όπως τα εθνικά ινστιτούτα, οι ακαδημίες, οι πινακοθήκες, οι κριτικοί των εφημερίδων κ.α. δέχονται σήμερα μεγάλη πίεση από τους νέους ανταγωνιστές τους, δηλαδή τις μηχανές αναζήτησης, τις βάσεις δεδομένων, τα ηλεκτρονικά αποθετήρια επιστημονικών εργασιών κ.ά.»

Η πληθώρα παραγωγής πληροφοριών αλλάζει τους κανόνες στις επιστήμες και τις Τέχνες, διασπώντας το κοινό που ενδιαφέρεται γι’ αυτές σε μικρότερες κοινότητες που ασχολούνται με πιο ειδικές περιοχές. «Σήμερα χρειάζεται να ανακαλύπτονται και να μελετώνται πληροφορίες πολύ πιο γρήγορα από ό,τι παλιότερα» λέει ο Κ. Δάλλας. Επιστήμες όπως η Αστρονομία, η Αστροφυσική, η Μοριακή Βιολογία βασίζουν την εξέλιξη τους όλο και περισσότερο στα δεδομένα που παράγουν και αποθηκεύουν σε όλο και πιο εξειδικευμένες βάσεις δεδομένων. Το πρόβλημα είναι πώς θα οργανωθούν αυτές οι βάσεις ώστε να έχουν πρόσβαση όλος ο επιστημονικός κόσμος και έπειτα η κοινωνία.

«Το ερώτημα είναι πώς να κρατήσουμε ένα ανοιχτό πεδίο σχέσης με το παρελθόν ώστε να μπορέσουμε στο μέλλον να θέσουμε νέα ερευνητικά ερωτήματα. Αυτό δεν αφορά μόνο τον πολιτισμό και τις επιστήμες αλλά και τα αρχεία της ψηφιακής διακυβέρνησης», εξηγεί ο Κ. Δάλλας. Το ερώτημα των ανοιχτών προτύπων απασχολεί έντονα, εκτός από τους μουσειολόγους και τις κυβερνήσεις που καλούνται να διαλέξουν για τη μηχανοργάνωσή τους ανάμεσα σε προϊόντα λογισμικού ανοικτού κώδικα ή κλειστού, όπως για παράδειγμα τη σουίτα εφαρμογών γραφείου office της Microsoft. Με κάθε γενιά ηλεκτρονικών υπολογιστών αλλάζουν οι μορφότυποι των αρχείων που χρησιμοποιούμε. Αν επιχειρήσετε να ανοίξετε στον σημερινό υπολογιστή σας αρχείο του προγράμματος office -1995 παρ’ όλο που μπορεί να φτιάχτηκε για το λειτουργικό σύστημα windows, δεν θα καταφέρετε να το διαβάσετε. Πολλές ευρωπαϊκές χώρες υιοθετούν προγράμματα του λογισμικού ανοικτού κώδικα (open source), προκειμένου να παρακάμψουν το πρόβλημα. Η κυβέρνηση της Βαυαρίας στη Γερμανία το 2004 άλλαξε τα λειτουργικά συστήματα 14.000 υπολογιστών της προκειμένου όπως δήλωσε ο τοπικός κυβερνήτης να ορίζει η ίδια την πληροφορική στην περιοχή της. Επιμέρους οδηγίες της Ε.Ε. προτρέπουν τις κυβερνήσεις να σταματήσουν να εξαρτώνται από έναν κατασκευαστή και να προωθήσουν τα διαλειτουργικά πρότυπα. «Η βιβλιοθήκη του Κογκρέσου δίνει ελεύθερη πρόσβαση σε όλους μέσω διαδικτύου. Ο Ελληνας πολίτης θα βρει εκείνο το υλικό, που του δημιουργεί μια νέα σχέση με την ιστορία του, ελεύθερο στο διαδίκτυο; Η τεκμηρίωση θέτει και το ζήτημα της ελεύθερης πρόσβασης».

Πίσω στο Ευγενίδειο, ένας μεσήλικας θαμώνας του επιστημονικού καφενείου παρεμβαίνει στη συζήτηση. «Οταν δημιουργήθηκε η τυπογραφεία στα τέλη του 15ου αιώνα τα βιβλία μιμούνταν το χειρόγραφο. Μετά από 200 χρόνια συνειδητοποίησαν τις εκπαιδευτικές, και πολιτισμικές αλλαγές που έφερνε το νέο μέσο αποθήκευσης. Ο εκδημοκρατισμός της παιδείας οφείλεται στη διάδοση του βιβλίου. Το ίδιο συμβαίνει και σήμερα».

Advertisements
  1. Τίποτα δεν πρέπει να σβηστεί.Όλα όσα είναι γραμμένα πρέπει να διατηρηθούν.Ίσως για μας τους σημερινούς να φαίνεται άχρηστη και ανούσια η περιγραφή ενός γεγονότος από μία 15χρονη.Αυτό δεν σημαίνει πως το ίδιο άχρηστη και ανούσια θα είναι για τους μετά 1000 χρόνια μελετητές.
    Από τις εκδόσεις της Εθνικής Τράπεζας (ΜΙΕΤ) έχει εκδοθεί μία μελέτη του Lionel Casson με τίτλο : Το ταξίδι στον αρχαίο κόσμο.Εκτός των πολλών άλλων σημαντικών που αναφέρει ο μελετητής,σε κάποιο σημείο βάζει σχεδόν τα «κλάματα» για το ότι από την πρώτη, μεγάλης κλίμακας,ανθρώπινη παγκόσμια ταξειδιωτική μετακίνηση ( 1η Οικουμενική Σύνοδος ), κανείς από τους Ιεράρχες δεν κράτησε σημειώσεις από τα μέρη που χρειάστηκε να περάσει για να φτάσει στην Σύνοδο. Κατά τον συγγραφέα οι Ιεράρχες δεν το έκριναν απαραίτητο.

  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: