Αλμα προόδου ή άλλη μια χαμένη ευκαιρία;

2Η Κυβέρνηση και οι περισσότεροι πρόεδροι των ερευνητικών κέντρων πιστεύουν ότι θα ωθήσει την ανάπτυξη. Οι Πανεπιστημιακοί, οι σύλλογοι των ερευνητών και σύσσωμη η αντιπολίτευση εκτιμούν ότι παραδίδει την έρευνα στην ιδιωτική πρωτοβουλία και αφήνει  μια ευκαιρία για τη χώρα, να χαθεί. Ο νέος νόμος για την έρευνα και την τεχνολογία που ψηφίστηκε την περασμένη εβδομάδα προκαλεί αντιδράσεις, δημιουργεί μια θολή εικόνα για το μέλλον και αφήνει πλέον την πρωτοβουλία αποκλειστικά στον πρωθυπουργό και την κυβέρνηση να την αποσαφηνίσουν.  

Βασικά χαρακτηριστικά του, η εισαγωγή της έννοιας της αριστείας, η δημιουργία ενός μηχανισμού που παρακάμπτει την κρατική γραφειοκρατία, αλλά όπως καταγγέλλουν οι επιστημονικοί σύλλογοι και η ασάφεια που μπορεί να οδηγήσει σε αδιαφάνεια, η απουσία δεσμεύσεων και στρατηγικής, η απουσία κονδυλίων και η θεσμική υποβάθμιση τους.

Το μοντέλο που υιοθετείται για την έρευνα στην Ελάδα θυμίζει τα μοντέλα που ακολουθούνται σε προηγμένες χώρες, όπως το Αμερικάνικο Συμβούλιο Ερευνας το οποίο συγκεντρώνει όλα τα κρατικά κονδύλια και τα διανέμει αξιοκρατικά. Κατά το παράδειγμα αυτό και στην Ελλάδα πλέον ο υπό σύσταση Εθνικός Οργανισμός Ερευνας και Τεχνολογίας (ΕΟΕΤ) θα έχει τη ευθύνη για την συγκέντρωση κονδυλίων από όσα υπουργεία διεξάγουν έρευνες, την χάραξη στρατηγικής, την προκήρυξη προγραμμάτων και τον έλεγχο τους μετά την περάτωση τους. Το όργανο αυτό θα λογοδοτεί στον ίδιο τον πρωθυπουργό και την κυβέρνηση, ενώ θα συνεργάζεται με άλλα επιστημονικά συμβούλια τα οποία θα εξειδικεύονται στου τομείς της βασικής ή της εφαρμοσμένης έρευνας. «Εισάγεται μια νέα φιλοσοφία που θέλει την έρευνα σε σύμπραξη με τα πανεπιστήμια και τους ιδιωτικούς φορείς προκειμένου να προχωρήσει» λέει ο Δημήτρης Κυριακίδης πρόεδρος του Εθνικού ιδρύματος Ερευνών και ένας εκ των συντακτών του νομοσχεδίου. «Εισάγεται το στοιχείο της αριστείας. Θα μπορούν πλέον οι ερευνητές όπου κι αν βρίσκονται (ινστιτούτα, εταιρίες, πανεπιστήμια) να δημιουργούν δίκτυα και να παίρνουν χρήματα. Να δημιουργηθούν πλατφόρμες έρευνας» συμπληρώνει ο ίδιος.

Απο την πλευρά τους όλοι οι σύλλογοι ερευνητών των Επιστημονικών Ινστιτούτων, καταγγέλλουν ότι η κυβέρνηση αθέτησε το αρχικό κείμενο στον οποίο είχαν συμβάλει με ουσιαστικό διάλογο από το 2005 και το οποίο τύγχανε καθολικής αποδοχής της επιστημονικής κοινότητας, προωθώντας σήμερα μια ανεξέλεγκτη κατάσταση που μπορεί να αποσαθρώσει την ήδη αδύναμη ερευνητική παραγωγή της χώρας μας.

«Το κείμενο που μας παρουσίασαν το 2005 και με το οποίο συμφωνήσαμε ενθουσιωδώς έβαζε μερικά σημαντικά θέματα όπως η πρόνοια να χρηματοδοτείται συγκεκριμένος αριθμός προγραμμάτων κάθε χρόνο. Αυτό εξασφάλιζε ότι θα γινόντουσαν εφαρμοσμένες έρευνες προς όφελος της κοινωνίας και δεν θα ήμασταν αναγκασμένοι να συμπράτουμε ντε και καλά με τις εταιρίες. Προέβλεπε δεσμεύσεις από το κράτος» λέει ο Βασίλης Κιλίκογλου, διευθυντής ερευνών στο Δημόκριτο και πρόεδρος του συλλόγου ερευνητών. «Το μόνο που απέμεινε από αυτό το μοντέλο είναι το νέο όργανο (ΕΟΕΤ) που δεν θα συσταθεί με όρους δημοσίου αλλά θα επιδοτείται με 8 εκατομμύρια το χρόνο για τους παχυλούς μισθούς του. Τίποτα άλλο».  

Μια ακόμα από τις ρυθμίσεις που οι ερευνητές καταγγέλλουν ότι τους ωθεί σε υποβάθμιση, αφορά την δυνατότητα τους να συμμετέχουν στην διεξαγωγή μεταπτυχιακών μαθημάτων.

«Ενω στο νόμο υπήρχε πρόβλεψη για συμμετοχή ερευνητών στα μεταπτυχιακά ακρωτηριάστηκε όταν πέρασε από το υπουργείο παιδείας. Αν η μεταπτυχιακή εκπαίδευση βγει από τα ερευνητικά κέντρα, τότε αυτά βαίνουν προς αφανισμό. Η καινούργια γνώση και οι εφαρμογές είναι πράγματα αλληλένδετα με την παιδεία» λέει ο Δημήτρης Καφετζόπουλος εκ μέρους της Ενωσης Ελλήνων Ερευνητών.

Απο την πλευρά τους οι Πανεπιστημιακοί καταγγέλλουν ότι ενώ στα νέα θεσμικά όργανα προβλέπεται η συμμετοχή προσώπων από το χώρο των επιχειρήσεων, αποκλείεται η συμμετοχή συλλογικών φορέων με αποτέλεσμα να υποβαθμίζεται το κοινωνικό όφελος της έρευνας, να αποκλείονται πρακτικά οι έρευνες σε πεδία που δεν παρουσιάζουν ενδιαφέρον για την αγορά όπως είναι αυτά των κοινωνικών επιστημών και να κατεδαφίζονται οι δημόσιες δομές προς όφελος της αγοράς στην οποία παραδίδεται.

Η Ελλάδα πρέπει τα επόμενα χρόνια να χαράξει Εθνική στρατηγική έρευνας και να αυξήσει τα κονδύλια που δαπανά για αυτή από το 0,6% του ΑΕΠ που είναι σήμερα στο 1,5% και αργότερα στο 3% που είναι και ο Ευρωπαϊκός Μέσος όρος. Αυτά όλα δεν προβλέπονται στον νέο νόμο αλλά επαφίενται πλέον στον ίδιο τον πρωθυπουργό και την κυβέρνηση που θα έχουν άμεση επιστασία των νέων οργάνων ερευνητικής πολιτικής της χώρας.

Δηλώσεις

Γ. Καραγιάννης, Καθηγητής ΕΜΠ, Πρόεδρος Ερευνητικού κέντρου «Αθηνά»

Ο νέος νόμος για την έρευνα είναι μια επιτυχημένη προσέγγιση με πολλά θετικά στοιχεία μεταξύ των οποίων η θεσμοθέτηση της χάραξης Εθνικής πολιτικής για την έρευνα, την τεχνολογία και την καινοτομία, η ανάδειξη και της βασικής έρευνας ως στόχο της πολιτείας, η καλύτερη οργάνωση των «διαγωνισμών» για τα ερευνητικά έργα μέσω ενός ειδικευμένου οργανισμού που δημιουργείται, η συμπλήρωση διαφόρων κενών που υπήρχαν στους προηγούμενους νόμους λόγω της εξέλιξης του ερευνητικού χώρου στο Ευρωπαϊκό γίγνεσθαι και η διευκόλυνση της παλινόστησης διαπρεπόντων Ελλήνων ερευνητών του εξωτερικού. Λέξεις κλειδιά στο νέο νόμο είναι η Αριστεία και η Καινοτομία. Πρόκειται βεβαίως για ένα νόμο πλαίσιο, πράγμα που σημαίνει ότι θα ακολουθήσουν και άλλες νομοθετικές ρυθμίσεις σε επί μέρους θέματα. Αυτές θα ήταν χρήσιμο να γίνουν με ταχύτητα με το ίδιο πνεύμα σύμπνοιας και να υπάρξει διαβούλευση όπως έγινε με το κύριο σώμα του νόμου.

Γιώργος Κόλιας, Πρόεδρος του ερευνητικού Κέντρου «Αλέξανδρος Φλέμιγκ»

H νέα πρόταση νόμου περί Έρευνας και Καινοτομίας, εγκαινιάζει νέα όργανα σχεδιασμού και διαχείρισης της χρηματοδότησης της έρευνας, όπως του νέου ‘Εθνικού Συμβουλίου Έρευνας και Τεχνολογίας’ (ΕΣΕΤ) και του ‘Εθνικού Οργανισμού Έρευνας και Τεχνολογίας’ (ΕΟΕΤ), που ανανεώνουν χρόνιες υποσχέσεις αξιοκρατίας, διεθνοποίησης, αρτιότερου σχεδιασμού και αποδοτικότητας του συστήματος έρευνας και καινοτομίας. Γνωρίζοντας τη πικρή ελληνική πραγματικότητα πάντως, πρέπει να αναγνωρίσουμε πόσο κρίσιμη θα είναι για τη λειτουργία των νέων θεσμών η στελέχωση αυτών των νέων οργανισμών με προσωπικότητες που έχουν ήδη αποδείξει τη υψηλή κατάρτιση, τη διεθνή αναγνωρισιμότητα και την τεκμηριωμένη προσφορά τους στους τομείς που καλούνται να συνεισφέρουν. Σε μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα, επειδή όλοι γνωρίζουν όλους, είναι σημαντικό αυτοί που παίρνουν τις αποφάσεις να εμπνέουν πηγαίο σεβασμό στους υφιστάμενούς τους. Θα ήταν επίσης σημαντικό ο νέος νόμος να δεσμεύει την πολιτεία να δαπανήσει μέχρι το 2010 τουλάχιστον το1,5 % του ΑΕΠ της σε έρευνα και καινοτομία, ποσοστό που βρίσκεται σήμερα στο σχεδόν άχρηστο 0,6%, έναντι του 3% μέσο όρο των υπολοίπων ευρωπαϊκών χωρών.

Λ. Απέκης, πρόεδρος της ΠΟΣΔΕΠ

Ενώ η χώρα μας χρηματοδοτεί την έρευνα στο ένα τρίτο του μέσου ευρωπαϊκού όρου και είναι από πολλά χρόνια υποσχόμενη η αύξηση στο 1,5% του ΑΕΠ, από το 0,55% που είναι σήμερα, στο νομοσχέδιο για την «έρευνα και την τεχνολογία» δεν υπάρχει καμία δέσμευση για αυτή την στοιχειώδη προϋπόθεση. Ο προϋπολογισμός του 2008 διέψευσε άλλη μια φορά οποιεσδήποτε προεκλογικές υποσχέσεις. Υπάρχει θέμα πολιτικής αξιοπιστίας! Το νομοσχέδιο περιέχει ρυθμίσεις που επιβάλλουν την ιδιωτικοποίηση και εμπορευματοποίηση της έρευνας. Με πρόσχημα την ‘αξιοποίηση’ των αποτελεσμάτων της ερευνητικής δραστηριότητας, οργανώνει την εκποίηση του συλλογικού ερευνητικού έργου των πανεπιστημίων και των ερευνητικών κέντρων, δηλαδή και άλλου δημόσιου αγαθού, προς όφελος των ιδιωτών! Η «εθνική πολιτική» για την έρευνα που εκφράζει το ν/σ, δεν εξασφαλίζει στα πανεπιστήμια τις προϋποθέσεις για να αναπτύσσουν αυτοτελώς την ερευνητική τους δραστηριότητα σε όλα τα ερευνητικά πεδία. Αντιμετωπίζει τα πανεπιστήμια σαν εκπαιδευτήρια – δεξαμενή εν δυνάμει ερευνητών χαμηλού κόστους. Η πολιτική αυτή στραγγαλίζει τη βασική έρευνα και περιθωριοποιεί την έρευνα στις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες.

Θηραίος, Δ/ντης Ινστιτούτου Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας, ΙΤΕ

Όταν ένα σημαντικό μέλος της συντακτικής ομάδας του νέου νομοσχέδίου για την έρευνα, δηλώνει ότι οι δυνατότητες εφαρμογής και λειτουργίας του είναι περιορισμένες, τότε επιβεβαιώνονται οι ανησυχίες μου. Το μεγαλύτερο πρόβλημα του νόμου στη σημερινή του έκδοση, είναι η πρόβλεψη για συναρμοδιότητα των Υπουργείων Παιδείας και Ανάπτυξης στην διαχείριση και την λειτουργία αυτών των νέων οργάνων. Έτσι στην σχετικά υγιή (για τα ελληνικά δεδομένα) διαχείριση της έρευνας που είχαμε τα τελευταία 20 χρόνια, μέσω της Γενικής Γραμματείας Ερευνάς και Τεχνολογίας του Υπ. Ανάπτυξης , έρχεται τώρα να προστεθεί ένα Υπουργείο που όχι μόνο έχει μια «βαριά» γραφειοκρατία αλλά που ουσιαστικά επηρεάζεται και τελικά εξυπηρετεί τις πολλαπλές πανεπιστημιακές συντεχνίες, όντας συνυπεύθυνο για την χρόνια παθογένεια του συστήματος της ανωτάτης εκπαίδευσης στην χώρα μας. Αυτή η παθογένεια τώρα θα διοχετευθεί απρόσκοπτα και χωρίς αντίσταση στα Ερευνητικά Κέντρα αφαιρέθηκαν από τον νόμο όποιες διατάξεις προνοούσαν για την αναβάθμιση και την ισοδύναμη με τα μέλη ΔΕΠ μεταχείριση των ερευνητών που υπηρετούν σε αυτά τα κέντρα.

Advertisements
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: