«Οι ήρωές μου φοράνε αρβύλες και είναι μόνοι»

kΧρειάστηκε περίπου μισή ώρα περπάτημα στην περιοχή των Εξαρχείων μέχρι να καταφέρω να συμφωνήσω με την Κωνσταντίνα Βούλγαρη σε ποιο καφέ θα γίνει αυτή η συνέντευξη. Ο λόγος; Παρότι δεν αποφεύγει τα Μέσα Ενημέρωσης, έχει μια φυσική συστολή και κάνει τα πάντα για να είναι διακριτική τόσο απέναντι στα ΜΜΕ, όσο και στον χώρο όπου κινείται. «Κοίτα, δεν έχω κάποιο στόχο. Δεν έκανα αυτή την ταινία για να έχω επάγγελμα ή να λέω στις παρέες μου ότι είμαι σκηνοθέτις. Απλά ήθελα να τα πω» λέει. Η ίδια ειλικρίνεια και αμεσότητα αποτυπώνονται χαρακτηριστικά και στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της, το «Valse sentimentale», που απέσπασε το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης την περασμένη εβδομάδα.

Το νεότερο μέλος της «κινηματογραφικής δυναστείας Βούλγαρη», όπως γράφτηκε σε διάφορα έντυπα (κόρη του σκηνοθέτη Παντελή Βούλγαρη και αδερφή του Αλέξανδρου) –«με ενοχλεί αυτό, μη με ρωτήσεις σε παρακαλώ για τους γονείς μου, δεν θα ξέρω τι να σου πω», μου ξεκαθάρισε μόλις καθίσαμε– είναι μια νέα γυναίκα που έχει αποφασίσει να κάνει ό,τι ακριβώς αισθάνεται χωρίς συγκεκριμένο επαγγελματικό στόχο. «Θα προτιμούσα οι ταινίες μου να μιλάνε μόνες τους, όμως γνωρίζω ότι ενίοτε θα χρειάζεται και να τις υπερασπίζομαι», συμπληρώνει.

Το «Valse sentimentale» είναι μια εικόνα μικροσκοπίου πάνω στο θέμα των ερωτικών σχέσεων στις μέρες μας. Δυο νέα παιδιά ερωτεύονται αργά και βασανιστικά στην άδεια Αθήνα μέσα από μια συνεχή διαδικασία συγκρούσεων, τρώγοντας τις σάρκες ο ένας του άλλου και με συνεχείς φυσικούς η ψυχολογικούς αυτοτραυματισμούς (το αγόρι χαρακώνεται με ψαλίδι τρεις φορές στην ταινία). Αύγουστος στα Εξάρχεια, ο Θάνος (Σαμαράς) κι η Λουκία (Μιχαλοπούλου) περιφέρονται ασκόπως στους δρόμους με μια μετεφηβική (σχεδόν αυτιστική) εμμονή στη μοναξιά, την οποία αν δεν έχεις ζήσει κάποια στιγμή της ζωής σου, μάλλον δύσκολα θα καταλάβεις, συνοδευόμενοι από τη μουσική του Νίκου Βελιώτη – μια μετα-πανκ λούπα που επαναλαμβάνεται, όπως και οι συγκρούσεις του ζευγαριού. Ομως, κάτι τους αναγκάζει να ανοίξουν και να δεχτούν τον άλλο και τελικά τους κρατάει μαζί. «Να ήξερες πόσο συνηθισμένο είναι αυτό εκεί έξω», μου λέει χαμογελώντας η Κωνσταντίνα Βούλγαρη.

Η αθηναϊκή καθημερινότητα

Πιο πολλά πράγματα μπορείς να πεις γι’ αυτά που «δεν» είναι και «δεν» κάνει η ταινία της, παρά το αντίθετο. Το ίδιο συμβαίνει και με τις απαντήσεις της όμως. Ξεκινούν πάντα από μια άρνηση. Ετσι, όταν της λέω ότι απουσιάζει πλήρως από την ταινία οποιαδήποτε αναφορά στην πραγματικότητα των Εξαρχείων, της Αθήνας ή της νέας γενιάς, χαίρεται. «Δεν μου αρέσουν οι συζητήσεις περί γενεών. Πόσο διαφορετική είναι η μοναξιά στα 25 από τα 55. Δεν ήθελα να κάνω μια ταινία “free press”, πού πάνε οι εναλλακτικοί και οι Εξαρχειώτες, τι φοράνε και τι πίνουνε. Δεν πιστεύω σε αυτά τα πράγματα. Κι αν έβαζα και πέντε ατάκες για την αναρχία ή έδειχνα μια διαδήλωση, θα έκανα απλώς μια γραφική αναφορά σε ένα πολύ σοβαρό θέμα».

Αποφάσισε να περιορίσει το θέμα της αποκλειστικά στον έρωτα. «Μπορεί να είναι εφηβικός και αυτοκαταστροφικός ο τρόπος των χαρακτήρων της ταινίας μου, αλλά η δυσκολία να εμπιστευθείς κάποιον σε μια σχέση ή να συνηθίσεις τη μοναξιά αφορά όλους νομίζω. Οι δικοί μου ήρωες φοράνε αρβύλες και ακούνε post punk, γιατί αυτό είμαι και αυτό βλέπω γύρω μου, αλλά είμαι σίγουρη ότι κι ο τύπος που φοράει Dolce & Gabbana και ξοδεύει 500 ευρώ στην παραλιακή κάθε βράδυ, αισθάνεται εξίσου το κενό» λέει.

Η εποχή μας, η Αθήνα, παραμένουν αμέτοχες σαν σκηνικό της ιστορίας μεν, αλλά τα αποτελέσματα του να ζεις εδώ εννοούνται έντονα. «Υπάρχουν τόσοι ωραίοι τρόποι να απολαύσεις τη μοναξιά σου, όπως ας πούμε το internet, και δημιουργούνται συνεχώς καινούργιοι τρόποι μοναξιάς αλλά τίποτα για να τη σπας» μου εξηγεί. «Παίρνεις ρούχα από το e–bay, οπότε δεν πας στα μαγαζιά, στο facebook μπορείς να στείλεις σε κάποιον που γιορτάζει την εικόνα μιας τούρτας και να του αφιερώσεις τραγούδια, παραγγέλνεις φαγητό, βλέπεις DVD, βγαίνεις στα μπαρ και από τη μουσική μέχρι το φωτισμό όλα σε κρατάνε στο σκαμπό σου, δεν σε βοηθάνε να γνωρίσεις ανθρώπους. Και τα πάρτι ακόμα γίνονται στα μπαρ πλέον, γιατί ενοχλούνται οι γείτονες. Ολο αυτό η κοινωνία μας δεν το έχει κάνει; Μήπως μόνο εγώ το βλέπω έτσι και χρειάζεται να το εξηγήσω παραπάνω;» με ρωτάει.

Κατά τη γνώμη της όλα αυτά σημαίνουν ότι είτε ζούμε μια μεγάλη καταστροφή –«δεν θα αγαπήσουμε όπως οι γονείς μας» λέει χαρακτηριστικά– ή ότι ζούμε μια μετάβαση, που στο τέλος της μπορεί να αποδειχθεί απελευθερωτική. «Αυτό που μας καλεί η κοινωνία να κάνουμε σήμερα μου φαίνεται ανώμαλο. Πρέπει να πετύχεις, και μάλιστα μικρός. Η πίεση είναι μεγάλη, όσοι δεν βλέπουν τον κόσμο έτσι εξοστρακίζονται. Τα προβλήματα των χαρακτήρων της ταινίας μου δεν ξέρω αν είναι ψυχολογικά, αλλά σίγουρα η κοινωνία τούς έχει βάλει σε αυτή τη θέση και τα εντείνει».

– Γιατί όμως είναι κλειστοί οι χαρακτήρες σου; Γιατί δυσκολεύονται;

— Ετσι τους έχει φτιάξει η πραγματικότητα. Με χαμηλή αυτοεκτίμηση, φόβο ότι θα προδοθούν, ότι δεν υπάρχει το «για πάντα». Τίποτα δεν είναι για πάντα. Αλλά είναι δύσκολο ντε και καλά να πρέπει να «ζήσεις τη ζωή στο τώρα για να τη χαρείς». Πώς να χαρείς οτιδήποτε χωρίς ασφάλεια, η οποία δεν υπάρχει πια πουθενά. Ισως μόνο στον μικρόκοσμό σου, όπου έχεις αποκλειστική ευθύνη για ό,τι σου συμβαίνει. Είναι επικίνδυνο να βάλεις κάποιον άλλο μέσα σε αυτό. Αντί να ρισκάρεις επιλέγεις τη μετριότητα. Γιατί θεωρείται νορμάλ ότι αν είσαι πάνω από 17 θα λιώσεις στα μπαρ και στις τέσσερις το πρωί θα πας με έναν άγνωστο μεθυσμένο; Και γιατί δεν μπορείς να κάνεις σχέσεις;

«Δεν βλέπω στον κόσμο τα αρσενικά και τα θηλυκά στερεότυπα που μας πουλάνε»

Κάμερα στο χέρι, που δεν πάει ποτέ πολύ κοντά στα πρόσωπα και δεν υποβάλλει στον θεατή συναισθήματα, ρεαλιστική φωτογραφία που απογυμνώνει την ιστορία από τον μύθο, διαρκές σπάσιμο των στερεοτύπων και των συμβάσεων. Ούτε το αγόρι της ταινίας «Valse sentimentale» είναι «τυπικό αγόρι» ούτε το κορίτσι. Για τη Βούλγαρη, οι αντιφάσεις και τα παράδοξα, που καταγράφει, είναι σε μεγάλο βαθμό η πραγματικότητα της νεολαίας σήμερα. «Εγώ νομίζω ότι ταιριάζουν οι χαρακτήρες της ταινίας μου. Δεν βλέπω στον κόσμο τα αρσενικά και τα θηλυκά στερεότυπα που μας πουλάνε – με οποιονδήποτε μιλήσεις για περισσότερα από πέντε λεπτά θα το διαπιστώσεις. Βλέπω όμως πολύ φόβο και άρνηση» μου λέει, πίνοντας ένα φλιτζάνι πράσινο τσάι στην οδό Καλλιδρομίου, όπου και καθίσαμε τελικά για τη συνέντευξη.

Το σινεμά που θέλει να υπηρετήσει η ίδια είναι μακριά από τις ευκολίες της βιομηχανίας, τον διδακτισμό, και πιο κοντά στον ρεαλισμό. «Μισώ τους σκηνοθέτες που σε εκβιάζουν για το πώς θα αισθανθείς, όπως κάνει ας πούμε ο Λαρς φον Τρίερς, καθώς κι αυτούς που μισούν τους ανθρώπους, όπως ο Γκασπάρ Νοέ (σ.σ. σκηνοθέτης της ταινίας «Μη αναστρέψιμος»). Δεν μου φαίνεται καθόλου γοητευτικό το ανθρώπινο δράμα. Αντίθετα, μου αρέσει ο Κεν Λόουτς, γιατί αισθάνομαι ότι πονάει γι’ αυτό που περιγράφει».

Ενα από τα πιο θετικά στοιχεία της ταινίας είναι η εξαιρετική χρήση της αθηναϊκής καθημερινότητας σαν υλικό μυθοπλασίας. Τα ρούχα των ηρώων (αρβύλες και βερμούδες), η γλώσσα και οι εκφράσεις της νέας γενιάς (μετρημένα χωρίς να κάνει επίδειξη), τα μέρη από τα οποία περνούν (σκαλάκια της οδού Καλλιδρομίου, Εμμανουήλ Μπενάκη, Ζωοδόχου Πηγής) και τα πράγματα που κάνουν (DVD, σινεμά, σκίτσο), όλα ανταποκρίνονται με ακρίβεια σε συνήθειες νέων ανθρώπων που στ’ αλήθεια συναντά κανείς στο κέντρο της πόλης, κόβονται και ράβονται στη σωστή σειρά ώστε να επιτευχθεί μια ρεαλιστική αφήγηση. «Σε αυτό βοήθησε πολύ η δουλειά με τους ηθοποιούς. Πρώτα βρήκα τη Λουκία. Δεν κάναμε πρόβες, αλλά συζητήσαμε πάρα πολύ για τους χαρακτήρες. Ετσι βγήκε και γι’ αυτό αισθάνομαι ότι είναι σε μεγάλο βαθμό μια συλλογική δουλειά».

Advertisements
    • Maria K.
    • 14 Δεκεμβρίου 2007

    Είχα την τύχη να βρεθώ στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και να παρακολουθήσω την ταινία. Μία πραγματικά καλή προσπάθεια που πιστεύω πετυχαίνει να αποτυπώσει αυτά που θέλει να πει,, ελπίζω να συνεχισει να έχει να πει πράγματα και να την ξαναδούμε στο μέλλον… Μετά το τέλος της ταινίας είχα κανονήσει να πάω σε πάρτι,, δεν τα κατάφερα,, βρέθηκα να περιφέρομαι στους δρόμους της Θεσσαλονίκης με ένα τσουβάλι σκέψεις…

  1. :-)

  1. 23 Μαρτίου 2008

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: