Χωρίς εικόνες

Με αφορμή τις νέες εξαγγελίες για τοποθέτηση συστημάτων παρακολούθησης στα γήπεδα δείτε την έρευνα που πραγματοποιήσαμε με τον φίλο και συνάδελφο Αποστόλη Φωτιάδη για το σύγχρονο πρόσωπο του αυταρχισμού, κατά την περίοδο των φοιτητικών κινητοποιήσεων. Η έρευνα έγινε για την Καθημερινή αλλά δεν έτυχε και δημοσίευσης – παρά ένα μικρό κομμάτι της.
Μεταξύ άλλων, στην έρευνα αυτή επιχειρούμε μια ιστορική αναδρομή της σχέσης του κράτους τον χώρο των αναρχικών και της αυτονομίας απο την δεκαετία του ’80, αναφερόμαστε στον ρόλο των στερεοτύπων τόσο στην λήψη πολιτικών αποφάσεων, όσο και στην υλοποίηση τους (και βεβαίως στην κοινωνία), δείχνουμε την βαθιά άγνοια του κράτους για τα κοινωνικά φαινόμενα και καταλήγουμε στο σκεπτικό πως οι πιο «ζωηρές» κοινωνικές ομάδες χειραγωγούνται απο τις δυνάμεις ασφαλείας με σκοπό να εφαρμοσθούν πάνω τους πιλοτικά μοντέλα καταστολής πριν περάσουν σε ευρεία χρήση στην κοινωνία.

Των Ματθαίου Τσιμιτάκη, Απόστολου Φωτιάδη
H πολύμηνη αντιπαράθεση της αστυνομίας με το πιο «ζωηρό» πολιτικά τμήμα της νεολαίας έφτασε πια στο σημείο να μας απασχολεί περισσότερο από την ίδια την πολιτική αντιπαράθεση γύρω από τα ζητήματα της παιδείας. Το ελληνικό κοινωνικό φαινόμενο αυτό, όμως δεν είναι καινούργιο. Ένα απασχολεί την κοινή γνώμη τα τελευταία είκοσι χρόνια, οι πολιτικοί, δημοσιογράφοι και επιστήμονες του τόπου αρνούνται με την στάση τους επι της ουσίας να το μελετήσουν, να το κατανοήσουν και τελικά να το λύσουν.
Η εικόνα ενός κράτους αμήχανου το οποίο ούτε μπορεί να το καταστείλει αποτελεσματικά, ούτε να το αντιμετωπίσει κοινωνικά, οξύνει την κατάσταση. Είτε πέφτοντας στην παγίδα των «γνωστών αγνώστων», είτε υποδαυλίζοντας τις συγκρούσεις με την στάση της η κυβέρνηση δέχεται έντονη κριτική σε μια περίοδο όπου επαναπροσδιορίζονται οι ατομικές και κοινωνικές ελευθερίες των πολιτών με βάση την διεθνή και τοπική συγκυρία (επανεμφάνιση της τρομοκρατίας, κάμερες, άσυλο, αλλαγές στην παιδεία και την εργασία).
Από η άλλη πλευρά, ο αντεξουσιαστικός χώρος, ένας πολιτικός χώρος με παράδοση και ιστορία δείχνει πιο ρευστός από ποτέ, εγκλωβισμένος σε αυτό το παιχνίδι είτε επειδή κάποιοι εντός του το θέλουν είτε επειδή αδυνατεί να το αντιμετωπίσει. Για όσους έχουν κουραστεί πια από αυτή την αντιπαράθεση (τους κατοίκους των Εξαρχείων πρωτίστως, τους εργαζομένους στο κέντρο, τους οδηγούς που ταλαιπωρούνται και την κοινή γνώμη) η απλουστευτική τηλεοπτική εικόνα των γνωστών-Αγνώστων και η ρηχή ρητορεία της αντιπαράθεσης δεν είναι πια αρκετή.
Η ένταση που επικρατεί σε κάποιες περιοχές των Αθηνών (και άλλων μεγάλων αστικών κέντρων) αλλά ιδιαίτερα στην περιοχή των Εξαρχείων, τα οποία μετατρέπονται σε ένα μικρό Μπέλφαστ, παρουσιάζει διογκούμενα χαρακτηριστικά. Δημιουργείται στις μέρες μας μια συγκεχυμένη εικόνα κοινωνικής ανωμαλίας που είναι αδιέξοδη και φέρνει ένα τμήμα της ελληνικής κοινωνίας μπροστά στο όριο του κοινωνικού πολέμου.
Αιτία είναι πράγματι ο «θερμός» στις δηλώσεις του υπουργός δημόσιας τάξης; Είναι η ριζοσπαστικοποίηση και περιθωριοποίηση ενός όλο και μεγαλύτερου τμήματος της ελληνικής νεολαίας; Είναι η κατασκευή στερεοτύπων και οι απλουστεύσεις της τηλεόρασης που επιβάλει τις ιαχές της πάνω στα κοινωνικά φαινόμενα;
Πίσω από την σκοταδιστική και απλουστευτική συζήτηση, υπάρχουν γεγονοτα, υποκείμενα και πολύ ιστορία.

To ιστορικό της αντιπαράθεσης
Όταν το 1985 το ΠΑΣΟΚ με υπουργό βιομηχανίας τον Κώστα Σημίτη προσπάθησε να υλοποιήσει ένα πιο στενό –για τους εργαζομένους- κυβερνητικό πρόγραμμα, βρήκε απέναντι της όχι μόνο την αντιπαράθεση των συνδικάτων και της αριστεράς, αλλά και ένα μαζικό αναρχικό κίνημα. Μαζί με τις πρώτες δικαστικές αποφάσεις όπου κηρύσσονταν παράνομες και καταχρηστικές απεργίες που ξεσπούσαν σε διάφορους κλάδους της οικονομίας, η αστυνομία υπό τον στρατηγό Δροσογιάννη εφάρμοσε επί τρία χρόνια μια συστηματική πολιτική καταστολής η οποία κατάφερε να συρρικνώσει τον αντεξουσιασικό χώρο. Οχι όμως αναίμακτα. Θύμα αυτής της εποχής έπεσε το 1985 ο μαθητής Μιχάλης Καλτεζάς, νεκρός σε μια από τις μαζικές συγκρούσεις αστυνομίας και αναρχικών κατα την επέτειο του πολυτεχνείου.
Παρόμοια πόλωση συναντά κανείς στους δρόμους της Αθήνας το 1991 όταν η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση της κυβέρνησης Μητσοτάκη θα αποτύχει αφήνοντας πίσω νεκρό τον Καθηγητή Νίκο Τεμπονερα. Και πάλι τα Εξάρχεια γίνονται σταθερό θέατρο επεισοδίων, παρόλο που ο χώρος των ανεξουσιαστών εμφανίζει πιο «χαλαρα» χαρακτηριστικά ως προς την οργάνωση και την δομή του σε σύγκριση με την πιο στρατευμένη εκδοχή της δεκαετίας του ’80. Και τοτε η συζήτηση κινείται για μεγάλο χρονικό διάστημα γύρω απο τους κουκουλοφόρους και τους γνωστούς-άγνωστους, μέχρις ότου πείσουν οι μαθητές, οτ ειναι αυτοί οι πρωταγωνιστές των κινητοποιήσεων τους και οχι κάποιοι σκοτεινοί παραβάτες. Μέσα στα επόμενα χρονια είδαμε μια εκτράχυνση της πολιτικής βίας η οποία απέδωσε τις τραγικές εικόνες του καμμένου πολυτεχνείου και έθεσε σοβαρα όλα τα ζητήματα που και σήμερα συζητούνται (άσυλο, περιστολή διαδηλώσεων)
Η σημερινή κατάσταση έχει τις ρίζες της στους Ολυμπιακούς αγώνες του 2004, οπότε, υπό τον φόβο πρόκλησης επεισοδίων από όσους διαφωνούσαν με αυτούς η αστυνομία προχωράει σε εκτεταμένους ελέγχους και προληπτικές συλλήψεις ατόμων του αναρχικού χώρου. Ένα στοιχείο που διαφεύγει της προσοχής όσων επιχειρούν να αναλύσουν την κατάσταση είναι ότι την ίδια περίοδο, αναβαθμίζεται και η δραστηριότητα των ακροδεξιών οι οποίοι δεν διστάζουν να επιτεθούν στο «κέντρο» του αντεξουσιασικού χώρου, τα Εξάρχεια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το μαχαίρωμα ενός αναρχικού στο πολυτεχνείο εκείνη τη χρονιά και οι επιθέσεις στα γραφεία της νεολαίας του Συνασπισμού και στην κατάληψη στέγης της οδου Χέυδεν (βίλα Αμαλίας).
«Είναι χαρακτηριστικό ότι από το 2004 τον Σεπτέμβρη, χωρίς να υπάρχει ιδιαίτερη αναβάθμιση της αναρχικής δραστηριότητας στα Εξάρχεια, επιστρέφουν τα ΜΑΤ μετά από χρόνια και περικυκλώνουν την περιοχή. Από τότε ως την Άνοιξη του 2005, στην ουσία είναι ένα εξάμηνο, συνεχών, περί τα Εξάρχεια μικρόσυγκρούσεων ανάμεσα σε αναρχικούς και ΜΑΤ», εξηγεί ο Νίκος Γιαννόπουλος, μέλος του Δικτύου για τα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα, που εδρεύει στην περιοχή. Στις αρχές του Μάη του 2005 άλλος ένας τραυματισμός αναρχικών με μαχαίρια από ακροδεξιούς οδήγησε σε μια μαζική αντιφασιστική διαδήλωση (19 Μαΐου) κατά την οποία έγιναν συγκρούσεις με την αστυνομία και ακολούθησε πογκρόμ εναντίον των αναρχικών στα Εξάρχεια. Μέσα στη γενικότερη τάση προς αντιπαράθεση η κλοπή των ασπίδων των ΜΑΤ στις 12 Μαΐου του ίδιου χρόνου που οδήγησε στην σύλληψη τριών αντεξουσιαστών ισοδυναμούσε για όλους με κήρυξη πολέμου. «Από τότε είμαστε συνεχώς σε αυτή την κατάσταση. Ένας ασφυκτικός κλοιός γύρω από τα Εξάρχεια, σποραδικές απαντήσεις των αναρχικών και – επειδή η καταστολή δεν αφορά μόνο τους αναρχικούς – ένταση της καταστολής γενικά» λεει ο Νίκος Γιαννόπουλος.
Εν μέσω αυτής της πόλωσης σταδιακά συγκροτείτε η ιστορία της λεγόμενης «βεντέτας» μεταξύ αναρχικών και αστυνομίας. Και ενω κατα την περίοδο υπουργείας Βουλγαράκη στο Δημόσιας τάξης, παρατηρείται μια ύφεση της καταστολής απο την πλευρά της αστυνομίας, αλλά και ύφεση των επιθέσεων εκ μέρους των αναρχικών, η άφιξη του Βύρωνα Πολύδωρα στο υπουργείο σηματοδοτεί μια νέα περίοδο έντασης (συνεχής παρουσία ΜΑΤ και αστυνομικών με πολιτικά στις καυτές περιοχές) και την τοποθετεί σε ιδεολογικό πλαίσιο μεσω προκλητικών δηλώσεων ή κάλυψης προκλητικών συμπεριφορών εκ μέρους της αστυνομίας (ποιός ξεχνάει την… ζαρντινιέρα). «Η ΝΔ επανερχόμενη το 2004 και έχοντας μπροστά της την υλοποίηση ενός προγράμματος σκληρού κοινωνικά, αποφασίζει να παίξει το παιχνίδι της ασφάλειας και το παιχνίδι αυτό χωρίς την δαιμονοποίηση και ενοχοποίηση κοινωνικών χώρων δεν παίζεται. Αυτό απαιτεί αύξηση επιθέσεων κυρίως εκφοβιστικού και πειθαρχητικού χαρακτήρα σε δυνάμει ανταγωνιστικά υποκείμενα στην κοινωνία και φυσικά πιλοτική εφαρμογή του εκφοβιστικού μοντέλου στα μικρά ευάλωτα κομμάτια που ήδη κινούνται. Εφόσον τα τμήματα της άγριας νεολαίας και του αναρχικού κομματιού της μαζικοποιούνται, αυξάνεται ακόμα περισσότερο το αίτημα για ένταση της σύγκρουσης με τους κρατικούς μηχανισμούς καταστολής απο την πλευρά τους. Τους μηχανισμούς, όμως που ούτως ή άλλως βρίσκονται κι αυτοί σε τροχιά σύγκρουσης» Η πολιτική ερμηνεία που δίνει ο Κος Γιαννόπουλος σε αυτή την πόλωση είναι κοινή με κάποιες παραλλαγές σε αρκετά τμήματα της αριστεράς και την ακούει έντονα κανείς στην περιοχή των Εξαρχείων.

Ασφάλεια και κοινωνικά δικαιώματα
Το ζήτημα της ασφάλειας βρίσκεται πράγματι ψηλά στην ατζέντα της κυβέρνησης. Το διεθνές περιβάλλον την υποχρεώνει -σε ένα βαθμό- να επενδύσει τόσο στην επιτυχία του κράτους απέναντι στην οργανωμένη τρομοκρατία (17 Νοέμβρη) όσο και στην υποδομή που έχει στο μεταξύ αποκτηθεί κατά την περίοδο των Ολυμπιακών αγώνων. Η αντιπαράθεση με το θολό, σκοτεινό και ανεξέλεγκτο αυτό τμήμα της νεολαίας βοηθάει την υλοποίηση μιας πολιτικής περιστολής των ατομικών και κοινωνικών ελευθεριών –ακόμα και αν αυτό δεν επιδιώκεται συνειδητά απο όλη την κυβέρνηση.
Στο κλίμα των τελευταίων μηνών ολοένα και περισσότεροι δημοσιογράφοι, πολιτικοί αναλυτές και άλλοι κοινωνικοί παράγοντες θα πειστούν ότι υπάρχει ανάγκη για δρακόντεια μέτρα ασφάλειας, για περισσότερη περιφρούρηση, για κάμερες και άρση του άσυλου. Αυτό θα γίνει η κυρίαρχη συζήτηση του 2007 μέχρις στιγμής στα Μέσα Ενημέρωσης και ιδιαίτερα στην τηλεόραση για την οποία είναι βολικό να αντιμετωπίζεται το πρόβλημα στην κλιμακα καλοί – κακοί, αφού αυτό δημιουργει ένα περιπετειώδες κλιμα (απαραίτητο για να συντηρηθούν ψηλά οι δείκτες της τηλεθέασης). Η απειλή όμως την οποία επικαλούνται, στηρίζεται σε μια απλουστευμένη ερμηνεία του αντιεξουσιαστικου χώρου και πίσω από ανεξιχνίαστες ανώνυμες ρουκέτες, ενω κάποιες φορές ταυτίζεται επικίνδυνα με κοινωνικές δυνάμεις, όπως είναι οι πανεπιστημιακοί και οι φοιτητές. Η κατάχρηση μιας απλουστευμένης ερμηνείας όμως σχετικά με κοινωνικά φαινόμενα στα οποία το κράτος συμμετέχει (και δεν τα παρατηρεί αμέτοχα) δεν μπορεί ούτε τα επιχειρήματα των τιμητών του δόγματος της ασφάλειας να στηρίξει, ούτε και αυτούς που ενδιαφέρονται πραγματικά για την κατανόηση και την λυση τους προς όφελος της κοινωνίας να συνδράμει. Με απλά λόγια: Δεν μπορούμε να μιλάμε για καλούς και κακούς πια. Χρειάζεται να δούμε και να κατανοήσουμε την ελληνική αυτή ιδιομορφία πιο βαθιά. Και πρώτα απ’όλα, να καταλάβουμε ποιοί είναι οι γνωστοί-άγνωστοι και τι ειδους φαινόμενο συνιστούν.

Κουκουλοφοροι χωρίς κουκούλες
Οι εικόνες των κουκουλοφωρων που καταστρέφουν είναι μορφές που το κοινό της τηλεόρασης έχει ταυτίσει με τις έννοιες αντί-εξουσιαστής και αναρχικός. Μια πιο υπομονετική προσέγγιση εμφανίζει ένα χώρο με ιστορία, πολιτικό περιεχόμενο και ιδεολογικό προταγμα αλλά και με σημαντικές εσωτερικές αντιθέσεις που αλλάζουν απο εποχή σε εποχή.
Με μέσο όρο ηλικίας από δεκαοχτώ μέχρι και είκοσι-οχτώ ετών και σύνθεση που ανακυκλώνεται συνεχώς ο αντί-εξουσιαστικός χώρος δεν έχει δομές και οργάνωση με την στενή έννοια του όρου. Στο χώρο των αναρχικών υπάρχουν σήμερα συλλογικότητες που λειτουργούν συγκροτημένα, ανένταχτες προσωπικότητες που παραμένουν αυτόβουλοι, καθώς και ένα κομμάτι κόσμου με ελάχιστες πραγματικές αναφορές στον αντί-εξουσιαστικό χώρο που αποκτά υπόσταση κατά τις περιόδους των συγκρούσεων στο κέντρο της Αθήνας. Η ρευστότητα αυτή σε συνδυασμό με την ιδιαίτερη έμφαση στην βίαιη αντιπαράθεση και την συνάντηση στο δρόμο με το κομμάτι της άγριας νεολαίας και χούλιγκαν που αν και δεν ανήκουν στον αντί-εξουσιαστικό χώρο τα μέσα ενημέρωσης ταυτίζουν με αυτόν, δημιουργούν το πλαίσιο στο οποίο στηρίζεται η αντίληψη που κυριαρχεί σήμερα.
Αυτό που θα μπορούσε να καταγραφεί με σχετική ασφάλεια είναι πως τον τελευταίο χρόνο ο χώρος των αντεξουσιαστών βρίσκεται σε άνθιση με τις δημοσιογραφικές εκτιμήσεις να τον φέρνουν μεταξύ των 3500 και 5000 μελών. Το προφίλ αυτών των νέων ανθρώπων είναι δύσκολο να προσδιοριστεί. Μια μικρή μερίδα συντίθεται από παιδιά μεσοαστικών ή ακόμα και μεγαλοαστικών οικογενειών που βρίσκουν εκεί διέξοδο από τα οικογενειακά και κοινωνικά προβλήματα. Μια άλλη (η πλειοψηφούσα) αφορά σε ανθρώπους που έρχονται από το κοινωνικό – εργασιακό περιθώριο, την εργατική τάξη και τις μικροαστικές οικογένειες των προαστίων. Αυτή η ομάδα που είναι και ο κύριος όγκος, είτε έχει ιδεολογικά και πολιτικά προτάγματα, είτε απλώς εκφράζει βίαια την απογοήτευση και την αγανάκτηση του. Τον τελευταίο καιρό, θα πρέπει να προσθέσουμε και μια μερίδα φοιτητών που ριζοσπαστικοποιείται και εντάσσεται στην αυτονομία – μάλλον εξαιτίας των χειρισμών της αστυνομίας και των ΜΑΤ στις φοιτητικές κινητοποιήσεις.
Όλα τα παραπάνω όμως είναι απλώς εμπειρικές και εν πολλοίς αυθαίρετες εκτιμήσεις με σχετική αξία. Μεγάλο ενδιαφέρων έχει το γεγονός ότι για έναν κοινωνικό χώρο ο οποίος διαρκώς προβάλετε από τα μέσα ενημέρωσης δεν υπάρχει καμιά επιστημονική κοινωνιολογική προσέγγιση εδώ και πολλά χρόνια στην Ελλάδα, όπως μας αποκαλυπτει ο καθηγητής πολιτικών επιστημών στο Παντειο πανεπιστήμιο, Γιώργος Ρουσσης. «Υπάρχουν διάφορα κείμενα, κάποια μυθιστορηματικού περιεχομένου και κάποια βιογραφικού χαρακτήρα. Μια ιστορία του αναρχισμού που κυκλοφορεί είναι πολύ παλιά. Ουσιαστικά δεν υπάρχει καμιά νέα έρευνα στο χώρο του αντιεξουσιασμου, εκτός ίσως απο κάποια αδημοσίευτη διατριβή την οποία εγώ δεν γνωρίζω».
Από το 1991, οι εικονολήπτες σταματούν να τραβάνε από την πλευρά των διαδηλωτών και μεταφέρονται οριστικά πίσω από της διμοιρίες των ΜΑΤ. «Ήταν η περίοδος που θα πρωτοδημοσιευτουν φωτογραφίες με σημειωμένα πρόσωπα και βίντεο που δίνουν τους αναρχικούς». Λέει έμπειρος φωτορεπόρτερ που καλύπτει διαδηλώσεις στην Αθήνα για περισσότερο από είκοσι χρόνια. «Αυτο θα αλλάξει τελείως την γωνία από την οποία το κοινό παρακολουθεί αυτά τα γεγονότα». Το 1995 η σύλληψη 500 ατόμων μέσα στο Πολυτεχνείο, μετά το κάψιμο του κτιρίου της πρυτανείας του θα γίνει κομβικό σημείο για την περαιτέρω εξέλιξη της ιστορίας. «Έπειτα πολλοί από αυτούς που υποστηρίζουν την επαφή του αναρχικού χώρου με την εξωκοινοβουλευτική αριστερά θα πάνε σπίτια τους. Η τάση που προβάλει την σύγκρουση και την αντιπαράθεση θα επικρατήσει».
Από τότε μέχρι σήμερα εξελίσσεται η τυποποίηση της φιγούρας του ύποπτου-αντικοινωνικού–αναρχικού- στοιχείου που συχνάζει στην περιοχή των εξαρχείων. Η ύπαρξη τύπων ύποπτου εφαρμόζονται απο την αστυνομία σε τυχαία πρόσωπα με την παραμικρή υποψία προς όσους πληρούν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα αυτού του προφίλ (π.χ. ηλικία, ντύσιμο, συμπεριφορά). Αυτό προκύπτει από πόρισμα του τμήματος ανθρωπίνων δικαιωμάτων του συνηγόρου του πολίτη που όπως περιγράφει, «σε πολλές περιπτώσεις οι προσαγόμενοι πιθανολογούν επιλεκτικά κριτήρια (σε βάρος πολιτών που αμφισβήτησαν, αυτόκλητοι, τη νομιμότητα της σύλληψης άλλων). Ενίοτε οι προσαγωγές ήσαν αθρόες και αποτελούσαν μέρος ευρύτερων αστυνομικών επιχειρήσεων σε δημόσιους χώρους «υψηλής εγκληματικότητας» (περιοχή Πολυτεχνείου, Πλατεία Εξαρχείων). Φέρεται δε ότι συνοδεύθηκαν από απειλές ξυλοδαρμού και από απαξιωτικά σχόλια για την εξωτερική εμφάνιση, την οικογενειακή κατάσταση, τις πολιτικές πεποιθήσεις και την επαγγελματική απασχόληση των προσαχθέντων.» Πολύ περισσότερο επιβεβαιώνεται από ερμηνευτική εγκύκλιο διαταγή της ηγεσίας της ΕΛΑΣ που ενημερώνει τους αστυνομικούς ότι δεν προκύπτει ανάγκη για την εξακρίβωση της ταυτότητας κάποιου μόνο εάν ανταποκρίνεται σε συγκεκριμένους τύπους υπόπτων και την κίνηση του σε χαρακτηρισμένους ως «ύποπτους» χώρους. Μήπως όμως τα στερεότυπα είναι ισχυρότερα απο έρευνες και διαταγές;

ΚΕΙΜΕΝΟ 2

Advertisements
    • sozita
    • 26 Μαΐου 2007
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: