
Ο ταξιδιώτης γύρισε με άδεια τα μάτια.
«Δεν είσαι συ!» έκλαψε ο εγκαταλελειμμένος φίλος.
«Μου έταξες τη φωτιά που δεν σώνεται,
Κι αυτό που μου φέρνεις δεν μπορεί παρά να ‘ναι το τέλος».
Ο ταξιδιώτης κοίταξε τα άδεια του χέρια
Και είπε: «Σου δίνω πράματα που δεν μπορείς να δεις˙
Τους θησαυρούς της γης πέρα από κάθε γη,
Τα μυστικά της θάλασσας πέρα από κάθε θάλασσα.
Οι ψυχές μας έχουν σύνορα κι η αγάπη μας αναπόφευκτα
Θα προσαράξει εκεί που όλα αρχίζουν. Η σιωπηλή άκρη
Είναι γεμάτη ναυάγια. Την ψυχή μου την γύρισαν πνιγμένη
Μιας και τ’ όνειρό της αψήφησε τον ανθρώπινο νόμο.
Με βλέπεις εδώ, αλλά δεν έχω επιστρέψει.
Οσα δεν υπάρχουν είναι προορισμένα να ανατρέπουν
Τα όσα υπάρχουν, τα πλούτη που αποκτήσαμε.
Oταν θα ‘ναι πια όλα χαμένα θα βρούμε το Απειρο».
Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗ
thanks to Poema
ΥΓ Πάμε ξανα; Δεν υπάρχει τέλος.
Filed under: ποίηση






Αυτά λέτε